Ο καταδότης

•Οκτώβριος 18, 2008 • 6 Σχόλια

Και η κακοήθεια της Ιστορίας

Το παρακολουθώ όλη την βδομάδα. Με ένα αίσθημα ειλικρινής περιέργειας, μπορώ να πω – ήθελα να δω μέχρι που μπορεί να φτάσει. Τελικά κατάλαβα ακριβώς τι είναι αυτό που ονομάζουν » το αντιφατικό αίσθημα αγάπης και μίσους» των Τσέχων για τον σπουδαιότερο εν ζωή συγγραφέα τους. Δεν σκοπεύω να σταθώ εδώ στα ιστορικά στοιχεία, δεν θα σπαταλήσω ηλεκτρονικό χώρο για να προσπαθήσω να αποδείξω, να φανερώσω κίνητρα ή να δικαιολογήσω με λογικές ή παράλογες ισοροπίες ή ακροβασίες. Δεν είμαι ο αρμόδιος και άλλωστε, δεν ενδιαφέρει, είναι άνευ σημασίας, δεν στοχεύω εκεί, χέστηκα τέλως πάντων.

Να τα πούμε εν συντομία; Ας τα πούμε. Στις 13 Οκτωβρίου το τσέχικο περιοδικό Respekt δημοσίευσε έρευνα βασισμένη σε ντοκουμέντα του Τσέχικου Ινστιτούου Σπουδών για τα Ολοληρωτικά Καθεστώτα σύμφωνα με την οποία το 1950 ένα νεαρό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας ονομάτι Μίλαν Κούντερα κατέδωσε στην αστυνομία έναν άλλο νεαρό Τσέχο, ονόματι Μιροσλάβ Ντβόρασεκ, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την χώρα και επέστρεψε κρυφά ως κατάσκοπος της Δύσης. Αυτά πολύ πολύ σύντομα. Μετά το δημοσίευμα, φυσικά, ειπώθηκαν και αντειπώθηκαν και δηλώθηκαν και κατατέθηκαν και τοποθετήθηκαν και ανασκουμπώθηκαν και ίδρωσαν και λαχάνιασαν και κλήθηκαν γενικώς όλοι οι χορευτές του χορού, ειδικοί και ανίδεοι (μηδέ εξαιρουμένου του ίδιου του σκοτεινού αντικειμένου του πόθου βέβαια), να ρίξουν την φιγούρα τους στην πίστα. Διότι φυσικά αντιλαμβάνεται κανείς αμέσως τι σημαίνει η δημοσίευση μιας τέτοιας πράξης για σε συνδιασμό με ένα τέτοιο όνομα. Στο κάτω κάτω, πρόκειται για ένα σημαίνον πρόσωπο της άνοιξης της Πράγας, με δύο διαγραφές από το Κόμμα στην πλάτη, αυτοεξόριστο και τελικώς συγγραφέα του Αστείου. Αν υπάρχει μια εικόνα στο συλλογικό υποσυνείδητο των Τσέχων και όχι μόνο για τους αντιφρονούντες διαννοούμενους σίγουρα τον περιλαμβάνει.

Τελικώς δεν επικράτησε καμία ετυμηγορία, ή τουλάχιστον αυτήν την εντύπωση σχημάτισα προσπαθώντας να παρακολουθήσω τα γεγονότα εξ αποστάσεως, τα έγγραφα μπορεί να ήτα πλαστά, μπορεί και όχι. Εϊναι, πάντως, εμφανές ότι το πραγματικό ερώτημα που προκύπτει απ’ την όλη ιστορία είναι, για άλλη μια φορά, όχι αν τα πράγμα τα έγιναν έτσι  ή όχι ή αν η πράξη είναι ηθικώς επιλήψιμη, αν είναι κατανοητή ή αν παραγράφεται, αλλά αν η προσωπική ζωή ενός ανθρώπου, οι πράξεις και τα πιστεύω του, τον αποκαθηλώνει (ή και, αντίστροφα σε άλλες περιπτώσεις, τον επιβάλει) ως δημιουργό.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από δάχτυλα ή οποιεσδήποτε άλλες σωματικές απολήξεις. Δεν υπάρχει περίπτωση να μαθαίναμε τίποτα για το περιστατικό αν πάνω στην περίφημη αναφορά (αυθεντική ή όχι) βρισκόταν ένα οποιοδήποτε άλλο όνομα. Θα ήταν μια καθημερινή περίπτωση όπου ένα ανώνυνο μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος πληροφορήθηκε για έναν δυτικό κατάσκοπο, έναν εχθρό του Κόμματος και τον κατέδωσε στο καθεστώς. Εμείς θα μέναμε ατάραχοι στις καθημερινές αργοσχολίες μας στον 21ο αιώνα μας και ο δυστυχής κύριος Ντβόρασεκ θα παρέμενε μια αμνημόνευτη για τους πολλούς αναφορά στα κατάστοιχα της ιστορικής έρευνας. Όχι, η μομφή απελευθερώνεται στον αέρα από την στιγμή που την θέση της μεταβλητής στην εξίσωση παίρνει το συγκεκριμένο όνομα που φέρει την συγκεκριμένη σημασιολογία. Και η απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε είναι πως ακριβώς λόγω της συγκεκριμένης σημασιολογίας οι κατηγορίες απορίπτωνται. Διότι δεν έχουν στοιχιοθετηθεί πάνω σε ηθικές ή ακόμα και ποινικές (δεν έχω ιδέα αν θα υπήρχαν) ευθύνες ενός απλού υποκειμένου της Ιστορίας, αλλά πάνω σε εκείνη την σημασιολογία της συγκεκριμένης μεταβλητής, δηλαδή στον δημιουργό και το έργο του.

Με άλλα λόγια.

«Η αιώνια επιστροφή είναι ιδέα μυστηριώδης και ο Νίτσε, με τη ιδέα αυτή, έφερε πολλούς φιλοσόφους σε δύσκολη θέση: σκέψου δηλαδή ότι μια μέρα όλα πρόκειται να επαναληφθούν όπως ήδη τα έχουμε ζήσει και ότι ακόμα κι η επανάληψη αυτή θα επαναλαμβάνεται ασταμάτητα! Τι πάει να πει αυτός ο χωρίς νόημα μύθος;

Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής μας λέει, αρνητικά, ότι η ζωή που μια για πάντα θα εξαφανιστεί και δεν θα ξανάρθει, μοιάζει με μια σκιά, ότι δεν έχει βάρος. ότι ήδη από σήμερα είναι πεθαμένη, κι ότι όσο άσπλαχνη, όσο ωραία, όσο λαμπερή κι αν είναι, αυτή η ομορφιά, αυτή η φρίκη, αυτή η λαμπρότητα, δεν έχουν κανένα νόημα…»

Κι όμως, η αιώνια επιστροφή, θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν είναι ιδέα τόσο μυστηριώδης, κατά κάποιον τρόπο. Ισχύει, όχι βέβαια για τον άνθρωπο που » μια για πάντα θα εξαφανιστεί», μα για το έργο που θα επιστρέφει ατέρμονα, γι’ αυτό και είναι αυτό που έχει σημασία. Νομίζω ότι το παράθεμα από τις πρώτες παραγράφους της Αβάσταχτης Ελαφρότητας είναι που δίνει την καλύτερη απάντηση.

Advertisements

Peter Nalitch – Balkan anonymous

•Ιουλίου 7, 2008 • 7 Σχόλια

“I’ve never been lonely, cause me so cool” τραγουδάει ο Πέτερ Νάλιτς και συνεχίζει I have never been clever, cause need it never”. Η λογοτεχνικότητα του στίχου είναι προφανής. Ένας ύμνος στην ναρκισιστική ηλιθιότητα με θαυμάσιες βαλκανικές μελωδίες Δεν είναι το νέο αστέρι της Columbia ούτε κάνει παγκόσμιες τουρνέ σαν τον Bregovic, είναι όμως ο μάγκας του youtube με κανα δύο εκατομμύρια views, σίγουρα πολύ πιο διάσημος στον υπόλοιπο κόσμο από τον Γιώργο «πανταχού παρών» Νταλάρα. Ακούστε το πλέον διάσημο “gitar με τους ξεκαρδιστικούς στίχους σε πρωτόγονα αγγλικά που θα σας κάνουν να ψάχνετε εναγωνίως τη διευθυνσή του για να του στείλετε ένα σιντάκι λινγκουαφόν. Μην ψάξετε στα virgin ή στα metropolis. Ο Πετερ Νάλιτς είναι ελευθέρας βοσκής και προσφέρεται τζάμπα στο youtube για τους ευδιάθετους και τους αμετροεπείς. Το εναλλακτικό σάουντρακ του καλοκαιριού για όλους τους «Ανώνυμους Βαλκανικούς».

Φιλιππικοί αντικαπνιστικοί ή η ενοχοποίηση της επιλογής

•Ιουνίου 26, 2008 • 3 Σχόλια

«Μεθοδικά μας στερούν το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμά μας στην αυτοκαταστροφή. Αντιταχθείτε στις στρατιές των πληκτικών υγειινιστών. Μέχρι στιγμής έχουν αποδειχθεί νικηφόρες. Ας προτάξουμε τα στήθη, δεν θα περάσουν!»

Mile Miliard

Έχει αποδειχθεί πλέον ότι το κάπνισμα είναι η βασικότερη αιτία των στατιστικών. Γεγονός που επιβεβαιώνεται άλλωστε και εμπειρικά από την διογκούμενη αντικαπνιστική υστερία, φαινόμενο αποκλειστικά χαρακτηριστικό του 21ου αιώνα. Πρόκειται για σημάδι ενός νεο-αυταρχικού καθεστώτος που προωθεί μια ιδιότυπη νέα αντίληψη του δημόσιου χώρου. Εντάξυ, τα μέτρα αναφορικά με την δημόσια υγεία παραδοσιακά εμπίπτουν στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής. Οι συγκεκριμένες όμως παρεμβάσεις των τελευταίων χρόνων γύρω απ’ το κάπνισμα εγείρουν ορισμένα ερωτήματα. Πρώτον, επανέρχεται ο πάγιος προβληματισμός γύρω από τα όρια και τις μεθόδους του κρατικού παρεμβατισμού. Δεύτερον, αναρωτιέται κανείς για την στοχοθέτηση τέτοιου είδους απαγορευτικών πολιτικών. Προσπαθούν, ίσως, να θεραπεύσουν προγραμματικά μια κοινωνία που «νοσεί»;

Δεν υπάρχει λόγος να επεκταθούμε εδώ στον αυταρχισμό και την αντιεπιστημονικότητα αυτών των πολιτικών. Ως προς την προστασία των μη καπνιστών, είναι, πιστεύω, πασιφανείς η ηλιθιότητα και η υποκρισία του επιχειρήματος, εφόσον αν ξεκινούσαμε να παραθέτουμε τους παθογενείς παράγοντες-προϊόντα της περίφημης ανάπτυξης (ειδικά ως προς την πιθανότητα πρόκλησης καρκίνου) – όπως διατροφή , ατμοσφαιρική ρύπανση, χωματερές, τρύπα του όζοντος, κεραίες κινητής τηλεφωνίας, στρες λόγω εντατικοποιημένων ρυθμών ζωής – τότε το παθητικό κάπνισμα θα βρισκόταν στους ουραγούς της λίστας.

Αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι η λογική που διαπερνά αυτήν την καινούρια αντίληψη. Η λογική που παραβλέπει το δικαίωμα των καπνιστών στην επιλογή του τρόπου ζωής τους. Και ας μην το ρίχνουμε όλο στην γνωστή ξενερουά βορειοευρωπαϊκή κουλτούρα, σε κρυόκωλους βερολινέζους, κρυφοstraight λονδρέζους και το σουηδικό μοντέλο, που σαμποτάρουν τα ελληνικά λεβέντικα ήθη. Ακόμα και η Κούβα – ναι η Κούβα – έχει απαγορεύσει το κάπνισμα σε εστιατόρια. Ιδού, λοιπόν ο «εργαλιακός ορθολογισμός», η κατά τον Weber κυριαρχική αξία της δυτικής αστική κοινωνίας, στην πλήρη ακμή του: οι ανάγκες της παραγωγικότητας δεν αφήνουν περιθώρια επιλογής, η κοινωνία πρέπει να είναι «υγειής» για να παράγει.

Φανταστείτε τώρα το εξής παράδοξο: Μπαίνει ο Camus σ’ ένα μπαρ κρατώντας – τι άλλο – ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα και ο σερβιτόρος τον πληροφορεί πως μετά λύπης του δεν επιτρέπεται να το ανάψει εκεί. Για όποιον γνωρίζει την αδιάρρηκτη, μεταφυσική σχέση μεταξύ αλκοόλ και καπνού είναι φανερό, σε μια τέτοια στιγμή, το τι εννοούν οι χριστιανοί με την Αποκάλυψη. Ή τον ευδαιμονικό εκείνο μυστικισμό που σε κανένα ναρκωτικό δεν μπορεί να βρεθεί, παρά στην θρησκευτική διαύγεια της μοναδικής στιγμής του πρώτου πρωινού τσιγάρου, με μια κούπα καφέ το ξημέρωμα – πρωτογενής πρακτική του ανθρώπου από τότε που πωτοπροσπάθησε να πλησιάσει τον Θεό. Η ίδια η Πυθία έκανε γνωστό το χρησμό του καπνού. Για να μην μιλήσω φυσικά για την πιο εύγλωττη δικαίωση κάθε υλιστική θεωρίας, την μοναδική εκείνη σύσμειξη – αληθινό επίτευγμα της χημικής βιομηχανίας – πρωινού τσιγάρου και φραπέ και τα πληθωρικά της αποτελέσματα.

Ο υγειινισμός, λοιπον, ως αναδυόμενη σημασία της κοινωνίας. Προσκρόυει με εντυπωσιακή επιθετικότητα στον πυρήνα της έννοιας της ατομικής επιλογής. Η αυτοκτονία αποτελεί πλέον αδίκημα του ποινικού κώδικα επί ποινή προστίμου 3.000 €. Δεν εξοστρακίζεται το τσιγάρο μονάχα από μια σφαίρα της ζωής, την δημόσια. Ο δημόσιος χώρος είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος έκφρασης της κοινωνίας, είτε αυτό που εκφράζεται νοείται ως συλλογική αξία είτε ώς κυρίαρχη ιδεολογία. Μέτρα όπως η απαγόρευση του καπνίσματος από δημόσια πάρκα (Νέα Υόρκη, Σαν φρανσίσκο) και παραλίες (Χαβάη), τοποθεσίες κάθε άλλο παρά αποπνικτικές, προτάσουν χωρίς προσχήματα την αντίληψη για την περιθωριοποίηση των καπνιστών, ήτοι ανθρώπων οι οποίοι συνειδητά επιλέγουν μιά «υπόσχεση της διακινδύνευσης» (Gilman – Xun), επιλέγουν την απόλαυση του στιγμιαίου και του παροντικού εν μέσω των συνεπειών της, ουσιαστικά την πρωταρχική επίλογή του Εφήμερου που η εβραϊκή μυθολογία αναπαρέστησε με τον μύθο της επιλογής των πρωτόπλαστων. Το δημόσιο συμφέρον, που νομιμοποιεί την εφαρμογή κάθε απαγορευτικής πρακτικής, συνίσταται πλέον μονάχα από την γνωστή και μη εξαιρετέα έννοια της «ασφάλειας» – σε μια νέα της έκφραση εδώ – και απεμπολεί το συμφέρον που πηγάζει από την αίρεση, καταφέρεται δε, όχι πια με προειδοποιητικές ταμπελίτσες για όσους «πεθαίνουν πρόωρα» και κινδυνεύνουν να μείνουν ανίκανοι, αλλά με μένος παρόμοιο με της Σάρα Τζέσσικα Πάρκερ που της κλέβουν τις καινούριες Prada γόβες της εναντίον αυτών που την απαξιώνουν, έστω και για λίγη νικοτίνη, με όλα τα αναμφισβήτητα βλαβερά της παρεπόμενα.

Αν ζούσε ο Φρόιντ μάλλον θα είχε έντονα αισθήματα ενοχικότητας αφού δεν έσβησε την πίπα του, προτίμησε τον καρκίνο. Δεν ωθώ στον καρκίνο, προς Θεού (πλάκα κάνω), ούτε τον δικαιολογώ με παραδοξολογίες. Εκείνο το προτίμησε υπογραμμίζω.

Το κείμενο είναι εμπνευσμένο από παλαιότερο άρθρο της Κατερίνας Σχινά στην Ελευθεροτυπία.

Έρχονται δύσκολοι καιροί…

•Ιουνίου 17, 2008 • 6 Σχόλια

Όπως καταλαβαίνετε Ιούνης μήνας και η εξεταστική είναι προ των πυλών. Επειδή συνεχίζετε να μπαίνετε στον ιστότοπο μας παρ’όλο που η εποχή προτιμάται γενικώς για άλλες δραστηριότητες πέραν (πολύ πέραν) του web surfing και αφού σας προτρέψω να αποκτήσετε ζωή επιτέλους και να ενδώσετε στα ελαφρά αναγνώσματα της παραλίας (αφού ως γνωστόν τον Μπαλζάκ πολύ εμίσησαν τον Πάτερσον ουδείς), να σας ενημερώσω ότι τις ταραγμένες τούτες μέρες ο stavlos θα μελετά τον νομικόν ημών πολιτισμό και άλλα συναφή και ουδεμία σχέση θα έχει (ούτε θα ήθελε να έχει) με τις αναζητήσεις των απανταχού βιβλιόφιλων τις οποίες λούζεται και προσπαθεί να ικανοποιεί τον υπόλοιπο χρόνο. Αφού, λοιπόν, βυθιστούμε στα άδυτα του κοινοβουλευτικού δικαίου και κάνουμε σμπαράλια τον νέο εκλογικό νόμο, κατανοήσουμε τα δικονομικά προβλήματα και αναζητήσουμε την προβληματική των ευρωπαικών θεσμών θα επιστρέψουμε (με το καλό) στις συνήθεις αργόσχολες σοφίες μας, τον αλαζονικό ξερολισμό μας, τα πικρόχολα σχόλια και τα αφελή μας συμπεράσματα προς τέρψη των αναγνωστών και ημών των ιδίων (κυρίως).

Αυτά τα ολίγα και θεάρεστα περισσότερο για να δικαιολογήσουμε την πνευματική ένδεια που μας χαρακτηρίζει τελευταία (και ας μην γενικεύσουμε) και να υποσχεθούμε πολλά και διάφορα ανεφάρμοστα στο προσεχές μέλλον και αφού ξεπεραστούν οι σκόπελοι της πραγματικής ζωής (αφού ως γνωστόν the truth is out there). Αυτή η ιδιότυπη omerta εκ μέρους μας πρέπει μόνο να προσληφθεί ως αναγκαίο κακό, ενώ θα γίνουν προσπάθειες επικοινωνίας στο μεσοδιάστημα (φαντάζομαι). Τα λέμε σύντομα!!

Υ.Γ. Ναυτίλε η απαράδεκτη αγένεια μας έχει φτάσει σε σημείο προσβολής. Δεν έχουμε ακόμα ανταποκριθεί στο παιχνίδι που μας προσκάλεσες. Οι δυσκολίες είναι μονάχα αντικειμενικές.

Οι πολλαπλές φωνές ενός σύγχρονου παραμυθά. Μια ανασκόπηση στο έργο του Αλ. Μπαρίκκο (μέρος γ’)

•Μαΐου 25, 2008 • 8 Σχόλια

CITY

Θα ήταν όλα πολύ πιο απλά αν δεν σου είχαν φυτέψει στο κεφάλι αυτή την ιστορία του να καταλήξεις κάπου, αν μονάχα σου είχαν διδάξει, μάλλον, να είσαι ευτυχισμένος παραμένοντας ακίνητος. Όλες αυτές οι ιστορίες για το δρόμο σου. Να βρεις το δρόμο σου. Να πάρεις το δρόμο σου. Αντίθετα, ίσως να ‘μαστε φτιαγμένοι για να ζούμε σε μια πλατεία, ή σ’ ένα δημόσιο κήπο, ακίνητοι εκεί, για να περνάει η ζωή, ίσως να ‘μαστε ένα σταυροδρόμι, ο κόσμος έχει ανάγκη να ‘μαστε ακίνητοι, θα ‘ταν καταστροφή αν τραβούσαμε, κάποια στιγμή, τον δρόμο μας, ποιο δρόμο;

Το πέμπτο μυθιστόρημα του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο είναι ένα «αστεακό» μυθιστόρημά, με την διττή έννοια ότι, αφενός, είναι το μοναδικό μυθιστόρημά του που διαδραματίζεται, μερικώς έστω, σε ένα σύγχρονο αστικό κέντρο και αφετέρου ότι είναι δομημένο κατά ένα πολεοδομικό πρότυπο. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας «οι ιστορίες είναι γειτονίες, τα πρόσωπα είναι δρόμοι».

Παραπάνω αναφέρεται ο Ωκεανός ως το πιο «μυθιστορηματικό» του έργο. Ο χαρακτηρισμός αυτός οφείλεται στο ότι πολλά από τα έργα του έχουν έναν διακριτικό κινηματογραφικό χαρακτήρα, κυρίως από την άποψη της δομής και της φόρμας, αλλά και ως προς την κινηματογραφική απεικόνιση της δράσης ορισμένων σκηνών, περιγραφές που θυμίζουν σκηνικές οδηγίες και διαλογικά μέρη με ατάκες που προσιδιάζουν σε σεναριακό λόγο. Αυτό το μυθιστόρημα, λοιπόν, διαθέτει τον πιο έντονα κινηματογραφικό χαρακτήρα. Η δομή του, που περιλαμβάνει, πέρα από πολλές μικρότερες ιστορίες ( ή «γειτονιές), και δύο βασικές και μεγαλύτερες σε έκταση εγκιβωτισμένες αφηγήσεις, οι οποίες «γλιστρούν πίσω στο χρόνο» – χωρίς, ωστόσο, να πρόκειται για παρελθοντικές αναδρομές, αλλά μάλλον για παράλληλες πραγματικότητες που διαδραματίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο με την κύρια αφήγηση εφόσον για τους δύο πρωταγωνιστές που νοητικά τις αφηγούνται μοιάζει να έχουν την ίδια αξία με την πραγματικότητα – παραπέμπει σε τεχνικές του σινεμά.

Όσον αφορά στο ύφος είναι ενδιαφέρον ότι επανέρχεται σε έναν λόγο που κατά ένα μέρος θυμίζει εκείνον στα Όνειρα από γυαλί, χωρίς, όμως, να φέρνει στο νου τόσο έντονα το παραμύθι, πιθανόν διότι μια τέτοια αφήγηση δύσκολα συνταιριάζεται με ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Πιθανότερο είναι αυτή η χωρίς προϊδεάσεις και προερμηνείες θέαση των πραγμάτων να αντιστοιχεί σε αυτή που ο συγγραφέας πιστεύει ότι θα έπρεπε να έχει ένα από τα κύρια πρόσωπα, αυτή που θα έπρεπε να έχει δηλαδή ένα δεκατριάχρονο αγόρι το οποίο τυχαίνει να είναι ιδιοφυΐα.

Μετάξι

Ήταν, άλλωστε, από τους ανθρώπους που αγαπούν να παρευρίσκονται στη ζωή τους, θεωρώντας ανάρμοστη οποιαδήποτε φιλοδοξία να την ζήσουν.

Θα έχετε παρατηρήσει πως αυτοί οι άνθρωποι παρατηρούν τη μοίρα τους με τον τρόπο που, οι περισσότεροι, συνηθίζουν να παρατηρούν μια βροχερή μέρα

Το μετάξι δεν αναφέρεται μόνο στο πολύτιμο υλικό που εμπορεύονται τα πρόσωπα της ιστορίας (γιατί διαδραματίζεται σε μια γαλλική σηροτροφική πόλη στα μέσα του 19ου αιώνα). Κατά κάποιον τρόπο προδίδει και την υφή που διατρέχει όλο το βιβλίο: λεπτό, σχεδόν διάφανο. Το Μετάξι είναι, εκτός από το έργο που καθιέρωσε τον Μπαρίκκο στα ιταλικά γράμματα και τον σύστησε στο παγκόσμιο κοινό, το πιο αφαιρετικό κείμενό του από την άποψη της φόρμας. Καταφέρνει και φτάνει μάλιστα σε τέτοιο επίπεδο αφαίρεσης ώστε γίνεται από την πρώτη ανάγνωση φανερό αυτό που με ποικίλους τρόπους επιμένει να επαναλαμβάνει σε όλα τα βιβλία του, ότι εκεί που δεν μπορεί να φτάσει η γλώσσα ίσως μπορεί η σιωπή, η σιωπή είναι ένας τρόπος αφήγησης χωρίς λέξεις.

Ξέρεις, δεν είναι το ίδιο πράγμα να ακούς κάποιον να μένει βουβός και να ακούς να σωπαίνει ένας μουγγός. Είναι μια σιωπή διαφορετική.

CITY

Έτσι κι εκεί που σταματάει η αφήγηση του βιβλίου δεν είναι το σημείο που σταματάει ο λόγος, αλλά το σημείο που η διήγηση δεν χρειάζεται πλέον άλλα λόγια. Η λιτότητα της γραφής και των μέσων του λόγου φτάνει σε ένα οριακό σημείο όπου κάνει την έκφραση πιο περιγραφική μέσω ακριβώς αυτής της αφαίρεσης, αφήνοντας τον μηχανισμό της φαντασίας να συνεχίσει εκεί που σταματάει η γλώσσα. Με αυτόν τον τρόπο ο λογοτεχνικός λόγος δίνει τα ηνία στη πρόσληψη.

Η αφήγηση της ιστορίας πλέκεται γύρω από ορισμένα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και ακολουθεί έναν ρυθμό επιτάχυνσης στα περιγραφικά μέρη (π.χ. η διήγηση του ταξιδιού από την μια μεριά του κόσμου στην άλλη) και επιβράδυνσης σε ορισμένα μικρότερα σημεία με αυξημένη σημασία. Η υπόθεση αφορά έναν άνθρωπο που ταξιδεύει ως την άκρη του κόσμου για να βρει αυγά μεταξοσκώληκα που δεν είναι μολυσμένα από την επιδημία που πλήττει την ευρωπαϊκή παραγωγή, ακόμη περισσότερο όμως αφορά έναν άνθρωπο που συμπυκνώνεται στην μεταφορά του παραπάνω χωρίου, που παρευρίσκεται απλώς στην ζωή του. Εξού και η προέλευση της σιωπής της αφήγησης.

Χωρίς αίμα

Όταν εκδόθηκε το Χωρίς αίμα, έγινε λόγος για επιστροφή του συγγραφέα στην στον δρόμο που είχε ακολουθήσει στο Μετάξι (μεταξύ των δύο είχε μεσολαβήσει το CITY). Πρόκειται για μια παρανόηση που οφείλεται στην συντομία της φόρμας του πρώτου. Ωστόσο, το Χωρίς αίμα είναι ένα διήγημα που διαδραματίζεται σε δύο κεντρικά περιστατικά χωρίς. Δεν σχετίζεται με την λιτότητα του λόγου που χαρακτηρίζει το Μετάξι, το οποίο αποτελεί μια μακροσκελή ιστορία (ως προς τον αντικειμενικό χρόνο) μινιμαλιστικά αφηγημένη και διαρθρωμένη.

Ένα διήγημα που ξεκινάει με μια βίαιη δολοφονία και τελειώνει με δυο ανθρώπους που κάνουν έρωτα και ταυτόχρονα η ιστορία δύο παιδιών που «γνωρίζονται» μέσα από ένα επεισόδιο αιματηρής φρίκης και ξανασυναντιόνται στα γεράματα σαν να περίμεναν όλη τους τη ζωή για να ανασυνθέσουν εκείνη την στιγμή. Ό,τι συνέβη στο ενδιάμεσο είναι μόνο αναμνήσεις χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Είναι μια ιστορία για έναν άντρα και μια γυναίκα όπου βρίσκονται αντιμέτωποι, αυτός προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις πράξεις της ζωής του και αυτή να κατανοήσει τις πράξεις που καθόρισαν την δική της.

Βαθειά ανθρωπιστικό – πράγμα που υπογραμμίζεται και από την σκόπιμη έλλειψη ιστορικότητας της δράσης, τοποθέτηση έξω από συγκεκριμένα χωροχρονικά πλαίσια –, χωρίς, ωστόσο, να αναλώνεται στην δημιουργία ή χρήση ξεπερασμένων συμβολισμών, αποτελεί μία σκέψη (ο όρος «κριτική» θα ήταν υπερβολικός εδώ ίσως) πάνω στον παραλογισμό της βίας, του πολέμου και της εκδίκησης που μπορεί να προκληθεί από ακραίες ιδεολογικές κόντρες, μια ιδέα που θα μπορούσε να είχε πιθανόν δοθεί και με τον τρόπο του Ταραντίνο αλλά όχι με την έκβαση που του δίνει ο Μπαρίκκο.

Τότε σκέφτηκε πως όσο ακατανόητη κι αν είναι η ζωή, πιθανότατα εμείς την διασχίζουμε με τη μόνη επιθυμία να ξαναγυρίσουμε στην κόλαση που μας γέννησε, και να ζήσουμε στο πλευρό αυτού που, κάποτε, μας γλύτωσε από εκείνη ακριβώς την κόλαση. Αποπειράθηκε ν’ αναρωτηθεί από πού πήγαζε εκείνη η παράλογη αφοσίωση στον τρόμο, αλλά ανακάλυψε πως δεν είχε απαντήσεις. Καταλάβαινε μόνο πως τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό από το ένστικτο να ξαναγυρίσουμε εκεί όπου μας έκαναν κομμάτια, και για χρόνια να ξαναζούμε εκείνη τη στιγμή. Μόνο με τη σκέψη πως αυτός που μας έσωσε κάποτε μπορεί πάντα να μας σώζει, τελικά. Σε μια ατελείωτη κόλαση ολόιδια μ’ αυτήν από την οποία προερχόμαστε. Ωστόσο απρόσμενα μεγάθυμη. Χωρίς αίμα.

Οι πολλαπλές φωνές ενός σύγχρονου παραμυθά. Μια ανασκόπηση στο έργο του Αλ. Μπαρίκο (μέρος β’)

•Μαΐου 25, 2008 • Σχολιάστε

Όνειρα από γυαλί

Στο πρωτόλειο μυθιστόρημά του (Όνειρα από γυαλί), το στοιχείο που εντυπωσιάζει εξ’ αρχής είναι η θεαματική δομή. Διακρίνεται, ολόκληρο το έργο, από μια εκρηκτική πολυφωνία και μια ταχύτατη εναλλαγή προσώπων και ρυθμών – έτσι ώστε σε μια ψύχραιμη, απομακρυσμένη θέαση μπορεί να φαντάζει εντυπωσιοθηρικό σε σημεία –, χωρίς, ωστόσο, να φτάνει στο σημείο όπου μπορεί να χαρακτηριστεί «εφετζίδικο», καθώς η εξέλιξη και η κορύφωση της ιστορίας δεν παρεμποδίζονται, αλλά μάλλον είναι χτισμένες πάνω σ’ αυτήν την πολυφωνική αφήγηση.

Το όλο έργο, τοποθετημένο σε μια μικρή φανταστική πόλη του 19ου αιώνα, σε συνδυασμό με το ύφος του λόγου προσιδιάζει αρκετά σε παραμύθι. Ένα πολύ ιδιότυπο και περίπλοκα αφηγημένο παραμύθι, δοσμένο από μια φωνή που θα μπορούσε να ανήκει σε ένα μικρό παιδί – ή και ένα μεγάλο παιδί, πάντως όχι σε έναν επαγγελματία συγγραφέα. Κι αυτό διότι η φωνή αυτή έχει κάτι από την αθωότητα ενός ανθρώπου που πρωτοανακαλύπτει τον κόσμο. Συμβαίνουν πράγματα σ’ αυτό το βιβλίο που κανένα παραμύθι δεν θα τολμούσε να αφηγηθεί, πράγματα με πρωτοφανή σκληρότητα, ή ίσως ρεαλισμό: ο έρωτας το σεξ, ο φόνος, η αρρώστια, η αποτυχία των ονείρων, η ομορφιά, ο πόνος. Τίποτα απ’ αυτά όμως δεν είναι αυτό που είναι, δεν είναι έρωτας, σεξ, πόνος, αποτυχία, φόνος, αρρώστια, ομορφιά, γιατί τίποτα σε αυτό το μυθιστόρημα δεν είναι γραμμένο όπως συνηθίζουμε να το αντιμετωπίζουμε. Τα πάντα είναι γραμμένα με ύφος που διαγράφει τις προερμηνείες της ύπαρξης, σαν να ανακαλύπτει απ’ την αρχή τους ανθρώπους και τον κόσμο.

Η Ανν Ντεβεριά την κοίταξε, μα μ’ ένα βλέμμα για το οποίο το κοιτάζω είναι κιόλας μια πολύ δυνατή λέξη· βλέμμα υπέροχο, που είναι να βλέπεις δίχως ν’ αναρωτιέσαι τίποτα, να βλέπεις τελεία και παύλα. Κάτι σαν δυο πράγματα που αγγίζονται – τα μάτια και η εικόνα –, ένα βλέμμα που δεν παίρνει αλλά δέχεται, μέσα στην πιο απόλυτη σιωπή του μυαλού, το μοναδικό βλέμμα που πράγματι θα μπορούσε να μας σώσει – παρθένο από οποιαδήποτε ερώτηση, ασημάδευτό ακόμα από το ελάττωμα της γνώσης –, η μόνη αθωότητα που θα μπορούσε να προλάβει τα τραύματα που προκαλούν τα πράγματα όταν μπαίνουν απ’ έξω στον κύκλο των αισθήσεών μας – βλέπω, ακούω – επειδή δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα θαυμαστό στέκομαι μπροστά, εμείς και τα πράγματα, και δεχόμαστε στα μάτια ολόκληρο τον κόσμο.

Ωκεανός

Ωκεανός


Ο Ωκεανός είναι το βιβλίο μιας μάχης. Της μάχης μεταξύ των ανθρώπων και της θάλασσας. Πρόκειται για την ιστορία επτά ανθρώπων (επομένως για επτά ανθρώπινες ιστορίες, όπως πιθανόν θα το προτιμούσε ο συγγραφέας) που φτάνουν και συναντιούνται σε ένα πανδοχείο στην ακτή και για την ιστορία της θάλασσας που απλώς βρίσκεται εκεί μπροστά. Επτά άνθρωποι συναντιούνται μέσα στο πανδοχείο Αλμάγερ, στη μέση του πουθενά, μπροστά στην θάλασσα, ο καθένας ερχόμενος από τις δικές του προσδοκίες, τις δικιές του φοβίες, τις δικές του αρρώστιες, εμμονές, παράλογες και μεγαλοφυείς ιδέες και ο καθένας βρίσκεται εκεί για να αντιμετωπίσει την θάλασσα σε μια παράξενη προσωπική μάχη και να φύγει στο τέλος κουβαλώντας τα δικά του συμπεράσματα. Ή να μην φύγει ποτέ.

– Κάθε τόσο αναρωτιέμαι τι περιμένουμε.

Σιωπή.

– Να είναι πλέον πολύ αργά, μαντάμ.

Η θάλασσα βρίσκεται παντού μέσα στο έργο, όποια κατεύθυνση παίρνει αυτό πάντα συναντά την θάλασσα, λες και ξεκινάει από παντού και εκτείνεται προς πάσα κατεύθυνση. Γι’ αυτό, αυτή η θάλασσα του Μπαρίκκο παίρνει μια έννοια σχεδόν υπερφυσική – παρόλο που για τα πρόσωπα του βιβλίου είναι απόλυτα πραγματική, βρίσκεται εκεί, υπαρκτή, δημιουργώντας μια αίσθηση που την κάνει μάλιστα να μοιάζει πιο πραγματική από τον καθένα τους. Δεν αποτελεί, ωστόσο σύμβολο, τουλάχιστον όχι με την μονοδιάστατη έννοια του συμβόλου. Είναι σημαίνον, αλλά και σημαινόμενο ταυτόχρονα, καθώς επιπλέουν πάνω της εκατομμύρια νοήματα, εκατομμύρια συνειρμοί και συμβολικές διαστάσεις και μέσα της περιέχει αιώνες συνεχούς νοηματοδότησης, κι όμως είναι ταυτοχρόνως και σε κάθε περίπτωση χειροπιαστή, εκτείνεται μπροστά από τους ήρωες και αυτοί καμιά φορά μπαίνουν μέσα της. Υπάρχει, βρίσκεται εκεί και ταυτόχρονα παντού, εκθέτοντας το άπειρο, κάτι το ασύλληπτο και κάτι που όλοι προσπαθούν να αγγίξουν ή να ερμηνεύσουν αλλά επιμένει να τους ξεφεύγει. Σαν να βλέπουν έναν ολόκληρο κόσμο και ο καθένας να τον κοιτάει από το δικό του μικροσκοπικό παράθυρο. Έτσι, άλλοτε είναι θεραπεία, άλλοτε σωτηρία, άλλοτε φρίκη. Άλλοτε είναι το άπειρο, που όμως κάπου πρέπει να αρχίζει και άλλοτε η απόδειξη πως όλα στον κόσμο είναι πεπερασμένα. Στην πραγματικότητα, η θάλασσα, ο ωκεανός είναι όλα αυτά και όλα τα υπόλοιπα μαζί και απ’ αυτόν καταφέρνει ο καθένας να τραβήξει ένα μικρό κομματάκι, προσωπικό κομματάκι από τα πάντα, χωρίς ποτέ να τον βλέπει και να τον καταλαβαίνει ολόκληρο. Εξού και η άγρια, απόλυτη ομορφιά που συμβολίζει και η διαμετρικά αντίθετη όψη της, ο τρόμος του απόλυτου.

Το βιβλίο κλείνει με την αποχώρηση του κάθε χαρακτήρα από τη σκηνή, με ξεχωριστές ατομικές καταλήξεις. Το ίδιο μοτίβο, το μοτίβο δηλαδή της προσωπικής αποχώρησης απαντάται συχνά στο έργο του συγγραφέα, κυρίως στα μεγαλύτερα σε όγκο μυθιστορήματά του (Όνειρα από γυαλί, City). Ο λόγος του είναι πιο λυρικός απ’ ότι στο σύνολο των υπολοίπων έργων, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος (χωρίζεται σε τρία βιβλία). Ίσως να οφείλεται στο ότι η θάλασσα, ως λογοτεχνικό θέμα, έχει συχνά έναν έμφυτο λυρισμό. Ίσως στο ότι αυτό το μυθιστόρημα είναι κατά κάποιον τρόπο και το πιο «μυθιστορηματικό» που έχει γράψει ως τώρα.

Το γεγονός είναι ότι κάποιος φτιάχνει για τον εαυτό του σπουδαίες ιστορίες και μπορεί να συνεχίσει επί χρόνια να τις πιστεύει· δεν έχει σημασία πόσο παλαβές είναι, πόσο απίθανες, τις κουβαλά πάνω του, αυτό είναι όλο. Με τέτοιου είδους πράγματα μπορείς να είσαι και ευτυχισμένος. Ευτυχισμένος. Και θα μπορούσε να μην τελειώνει πουθενά. Έπειτα μια μέρα τυχαίνει να σπάσει κάτι στην καρδιά του μεγάλου φανταστικού μηχανισμού και, μπαμ, χωρίς κανένα λόγο σπάει ξαφνικά, κι εσύ βρίσκεσαι εκεί χωρίς να καταλαβαίνεις πως γίνεται και δεν έχεις πια πάνω σου όλη αυτήν την ιστορία, αλλά μπροστά, σαν να πρόκειται για την τρέλα κάποιου άλλου, κι αυτός οι άλλος είσαι εσύ. Μπαμ. Άλλες φορές πάλι αρκεί κάτι ασήμαντο. Ακόμα και μια ερώτηση μόνο που έρχεται στην επιφάνεια είναι αρκετή.

Ωκεανός

Αντιμετωπίζοντας το Πραγματικό

Η ιδιαίτερη σημασία που αντιπροσωπεύει η θάλασσα στον Ωκεανό, η αντανάκλαση της έννοιας του απόλυτου το οποίο δεν μπορεί να οριστεί με συγκεκριμένες λέξεις, δεν μπορεί να περιγραφεί μέσω συμβόλων και με το οποίο βρίσκεται διαρκώς ενώπιον των ηρώων, μπορεί να θεωρηθεί πως παραπέμπει άμεσα στην λακανική ιδέα του Πραγματικού. Η άποψη αυτή σχετικά με το έργο του Μπαρίκκο και την λακανική θεωρία έχει ξαναδιατυπωθεί. Πράγματι, ο Λακάν, διαχωρίζοντας τα τρία στοιχεία της ψυχικής δομής, υποστηρίζει πως το Πραγματικό είναι αυτό που βρίσκεται πέρα των δυνατοτήτων της αποσπασματικής γλωσσικής δομής πάνω στην οποία στηρίζεται η αντίληψη του ανθρώπου για τα πράγματα. Το Πραγματικό δεν χαρακτηρίζεται από όρους αντιθέσεων, αντίθετα από το Συμβολικό στοιχείο, αλλά βρίσκεται πέρα από κάθε νοητική δυνατότητα συμβολοποίησης. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει αντιληπτό από την φαντασία καθώς είναι και λεξιλογικά αδύνατο να οριστεί. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του ζωγράφου Πλασσόν, στο ίδιο μυθιστόρημα, που προσπαθεί για χρόνια να φτιάξει την προσωπογραφία της θάλασσας, δημιουργώντας δεκάδες λευκούς πίνακες, εφόσον ποτέ δεν μπορεί να βρει την αρχή της. Το Πραγματικό, λόγω της αδυναμίας κατανόησής του και της αντίστασής του στην συμβολοποιητική διαδικασία της αντίληψης παίρνει συχνά τραυματικό χαρακτήρα.

Η διαρκής αντιμετώπιση του Πραγματικού από τον άνθρωπο ντύνεται και με άλλες κεντρικές μεταφορές, γύρω από της οποίες κινούνται συχνά τα έργα του συγγραφέα. Έτσι, μπορεί να αντιπροσωπεύεται στα φυσικά στοιχεία, όπως η θάλασσα, σε πρόσωπα ή καταστάσεις που δεν μπορούν να αποδοθούν γλωσσικά. Στο Μετάξι το Πραγματικό ενσαρκώνει μια εξαιρετικής ομορφιάς αινιγματική κοπέλα χωρίς ασιατικά χαρακτηριστικά που συναντάει ο πρωταγωνιστής στην αυλή ενός Ιάπωνα ηγεμόνα, «στο τέλος του κόσμου». Στο Χωρίς Αίμα, αντίστοιχα τον ίδιο ρόλο διαδραματίζει η τέλεια, απόλυτα αρμονική εμβρυακή στάση ενός μικρού κοριτσιού που κρύβεται από τους δολοφόνους του πατέρα της.

Κατά τον ίδιο τρόπο και στο City, έχουμε την περίπτωση του μαθήματος υπ’ αριθμόν 14 του καθηγητή Μάρτενς, όπου γίνεται η υπόθεση ενός τυχαίου ανθρώπου ο οποίος περπατά σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία και ο οποίος στη μέση μιας διάβασης ενός τυχαίου δρόμου αντικρίζει πεσμένο ένα τακούνι-στιλέτο. Ο άνθρωπος αυτός διακόπτει ξαφνικά την πνευματική και σωματική του πορεία, βρισκόμενος μπροστά σε μια αποκάλυψη – αυτός και μόνον αυτός από τους όσους είδαν το ίδια αντικείμενο και το αγνόησαν – που προκλήθηκε από την εισβολή στην αντίληψή του ενός κατά τα άλλα εντελώς ασήμαντου αντικειμένου, που όμως στην προκειμένη περίπτωση αποκτά συγκεκριμένη σημασία χωρίς προφανή λόγο, αποκτά μια διάσταση που δεν μπορεί να οριστεί. Διότι, όπως λέει ο καθηγητής, μέσα απ’ αυτό το τακούνι-στιλέτο περνά η ιδέα μιας γυναίκας, η αίσθησης μιας γυναίκας, η οποία δεν αντιστοιχεί πραγματικά σε καμία γυναίκα, είναι «κάτι που είναι ο τελευταίος πυρήνας της τεράστιας συλλογικής εμπειρίας και ιστορίας που πλαγιάζει κάτω από το όνομα της γυναίκας», «η μεταβαλλόμενη αλήθεια της». Περνάει ένας ολόκληρος κόσμος, μια ιστορία μέσα από αυτόν τον στιγμιαίο τραυματισμό της αντίληψης που συντελείται με την θέαση του αντικειμένου. «Αυτό σημαίνει επινοώ ιστορίες», καταλήγει ο καθηγητής του βιβλίου. Κι επανερχόμαστε έτσι στην φράση από το Μετάξι, πως χρησιμοποιεί κανείς ιστορίες για να ορίσει όσα δεν μπορεί με τις λέξεις. Αυτό φαίνεται να μας προτείνει και ο συγγραφέας τελικά.

Βραβεία στο λαό!!

•Μαΐου 18, 2008 • 5 Σχόλια

Τα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού «Διαβάζω» απονεμήθηκαν τη Δευτέρα 12 Μαίου στο νέο μουσείο Μπενάκη. Για πολύ κακή μας τύχη και παρά την έντονη σημειολογία του χώρου βράβευσης, τα λογοτεχνικά βραβεία στη χώρα μας δεν αποτελούν μουσειακό είδος. Είναι η απόλυτη, η μοναδική, η σχεδόν φετιχιστική πραγματικότητα της ελληνικής λογοτεχνίας.

Ολίγον από κλοσάρ, ολίγον από μποέμ, ολίγον από «διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας». Επιμελημένη αξυρισιά, ατημέλητη τυπολατρία, αφαιρετικότητα, ίσιες γραμμές, λίγα λόγια και υψηλές διασυνδέσεις. Ο παράδεισος του Κωνσταντίνου Τζούμα να φανταστώ. Ιδού η αφρόκρεμα της ελληνικής διανόησης που ακροβατεί μεταξύ αφρογάλακτος φρέντο και μαρένγκας. Η διάκριση επισφαλής.

Τα μετάλλια, παράσημα, βραβεία είναι το μόνο που δεν λείπει σ’αυτήν την χώρα. Έχουμε τόσα που θα ήταν έξυπνο να αρχίσουμε να τα εξάγουμε. Πιο πιθανό είναι να κάνει απεργία η κυβέρνηση παρά να ματαιωθεί μια τελετή βράβευσης.

Έτσι και φέτος όλα στην ώρα τους, όλα στην εν τέλεια ήρθε και το φως σε εμάς τα αμόρφωτα ελληνόπουλα. Οι αδέκαστες, αμερόληπτες επιτροπές έβγαλαν την πλέον ιερή ετυμηγορία. Οι σοφοί ψήφισαν. Οι μυστηριακές βουλές τους δεν χωρούν αμφισβήτηση. Το υπερβατικό διασπά το λογικό. Ένα έθνος στη μαστούρα (με την καλή έννοια).

Μοστράρουμε τα πολύτιμα μέταλλα στο σαλόνι. Την μεγαλομανία μας στην προθήκη. Από τον πολιτιστικό σύλλογο του χωριού μέχρι τις εθνικές επιτροπές η δίψα για πρωταθλητισμό είναι ακόρεστη. Η εθνική μας καρδιά χτυπάει για τους τροπαιούχους. Πλέον οι βραβευμένοι θα βλέπουν τις ανατυπώσεις των βιβλίων τους με χρωματιστή κορδελίτσα που θα πληροφορεί τους αναγνώστες ότι το παρόν βιβλίο έχει «εγκριθεί» από τις αρμόδιες επιτροπές (βλέπε βραβευμένο), Κατι σαν τη σφραγίδα προέλευσης στα κρέατα.Οι εκδότες θα ελπίζουν σε καμιά χιλιάδα παραπάνω πωλήσεις σε ένα έθνος που διαβάζει κατα κύριο λόγο λογαριασμούς του ΟΤΕ και η εφημεριδές θα κερδίσουν κανά-δυό συνεντεύξεις γαι τους ανθρώπους που διερύνουν την κουλτούρα τους διαβάζοντας για τα βιβλία παρά τα ίδια τα βιβλία.

Υ.Γ. Όλα αυτά έχουν τόση σχέση με την τέχνη όση ο Κωνσταντίνος Τζούμας με το λαικό πρότυπο του λεβέντη (με τ’όνομα).

Υ.Γ.2 Τα λογοτεχνικά βραβεία έχουν τόσο σασπένς όσο και οι ταινίες του σοβιετικού κινηματογράφου.

Υ.Γ.3 Οι λιποθυμίες που έχουν αναφερθεί κατά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων μπορούν να αποδωθούν μονάχα στον κακό κλιματισμό της αίθουσας.

Υ.Γ.4 Διακρίνω μια εμπάθεια με τον Κωνσταντίνο Τζούμα στα λόγια μου. Θα ‘χει λόξυγγα.