Οι πολλαπλές φωνές ενός σύγχρονου παραμυθά. Μια ανασκόπηση στο έργο του Αλ. Μπαρίκο (μέρος β’)

Όνειρα από γυαλί

Στο πρωτόλειο μυθιστόρημά του (Όνειρα από γυαλί), το στοιχείο που εντυπωσιάζει εξ’ αρχής είναι η θεαματική δομή. Διακρίνεται, ολόκληρο το έργο, από μια εκρηκτική πολυφωνία και μια ταχύτατη εναλλαγή προσώπων και ρυθμών – έτσι ώστε σε μια ψύχραιμη, απομακρυσμένη θέαση μπορεί να φαντάζει εντυπωσιοθηρικό σε σημεία –, χωρίς, ωστόσο, να φτάνει στο σημείο όπου μπορεί να χαρακτηριστεί «εφετζίδικο», καθώς η εξέλιξη και η κορύφωση της ιστορίας δεν παρεμποδίζονται, αλλά μάλλον είναι χτισμένες πάνω σ’ αυτήν την πολυφωνική αφήγηση.

Το όλο έργο, τοποθετημένο σε μια μικρή φανταστική πόλη του 19ου αιώνα, σε συνδυασμό με το ύφος του λόγου προσιδιάζει αρκετά σε παραμύθι. Ένα πολύ ιδιότυπο και περίπλοκα αφηγημένο παραμύθι, δοσμένο από μια φωνή που θα μπορούσε να ανήκει σε ένα μικρό παιδί – ή και ένα μεγάλο παιδί, πάντως όχι σε έναν επαγγελματία συγγραφέα. Κι αυτό διότι η φωνή αυτή έχει κάτι από την αθωότητα ενός ανθρώπου που πρωτοανακαλύπτει τον κόσμο. Συμβαίνουν πράγματα σ’ αυτό το βιβλίο που κανένα παραμύθι δεν θα τολμούσε να αφηγηθεί, πράγματα με πρωτοφανή σκληρότητα, ή ίσως ρεαλισμό: ο έρωτας το σεξ, ο φόνος, η αρρώστια, η αποτυχία των ονείρων, η ομορφιά, ο πόνος. Τίποτα απ’ αυτά όμως δεν είναι αυτό που είναι, δεν είναι έρωτας, σεξ, πόνος, αποτυχία, φόνος, αρρώστια, ομορφιά, γιατί τίποτα σε αυτό το μυθιστόρημα δεν είναι γραμμένο όπως συνηθίζουμε να το αντιμετωπίζουμε. Τα πάντα είναι γραμμένα με ύφος που διαγράφει τις προερμηνείες της ύπαρξης, σαν να ανακαλύπτει απ’ την αρχή τους ανθρώπους και τον κόσμο.

Η Ανν Ντεβεριά την κοίταξε, μα μ’ ένα βλέμμα για το οποίο το κοιτάζω είναι κιόλας μια πολύ δυνατή λέξη· βλέμμα υπέροχο, που είναι να βλέπεις δίχως ν’ αναρωτιέσαι τίποτα, να βλέπεις τελεία και παύλα. Κάτι σαν δυο πράγματα που αγγίζονται – τα μάτια και η εικόνα –, ένα βλέμμα που δεν παίρνει αλλά δέχεται, μέσα στην πιο απόλυτη σιωπή του μυαλού, το μοναδικό βλέμμα που πράγματι θα μπορούσε να μας σώσει – παρθένο από οποιαδήποτε ερώτηση, ασημάδευτό ακόμα από το ελάττωμα της γνώσης –, η μόνη αθωότητα που θα μπορούσε να προλάβει τα τραύματα που προκαλούν τα πράγματα όταν μπαίνουν απ’ έξω στον κύκλο των αισθήσεών μας – βλέπω, ακούω – επειδή δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα θαυμαστό στέκομαι μπροστά, εμείς και τα πράγματα, και δεχόμαστε στα μάτια ολόκληρο τον κόσμο.

Ωκεανός

Ωκεανός


Ο Ωκεανός είναι το βιβλίο μιας μάχης. Της μάχης μεταξύ των ανθρώπων και της θάλασσας. Πρόκειται για την ιστορία επτά ανθρώπων (επομένως για επτά ανθρώπινες ιστορίες, όπως πιθανόν θα το προτιμούσε ο συγγραφέας) που φτάνουν και συναντιούνται σε ένα πανδοχείο στην ακτή και για την ιστορία της θάλασσας που απλώς βρίσκεται εκεί μπροστά. Επτά άνθρωποι συναντιούνται μέσα στο πανδοχείο Αλμάγερ, στη μέση του πουθενά, μπροστά στην θάλασσα, ο καθένας ερχόμενος από τις δικές του προσδοκίες, τις δικιές του φοβίες, τις δικές του αρρώστιες, εμμονές, παράλογες και μεγαλοφυείς ιδέες και ο καθένας βρίσκεται εκεί για να αντιμετωπίσει την θάλασσα σε μια παράξενη προσωπική μάχη και να φύγει στο τέλος κουβαλώντας τα δικά του συμπεράσματα. Ή να μην φύγει ποτέ.

– Κάθε τόσο αναρωτιέμαι τι περιμένουμε.

Σιωπή.

– Να είναι πλέον πολύ αργά, μαντάμ.

Η θάλασσα βρίσκεται παντού μέσα στο έργο, όποια κατεύθυνση παίρνει αυτό πάντα συναντά την θάλασσα, λες και ξεκινάει από παντού και εκτείνεται προς πάσα κατεύθυνση. Γι’ αυτό, αυτή η θάλασσα του Μπαρίκκο παίρνει μια έννοια σχεδόν υπερφυσική – παρόλο που για τα πρόσωπα του βιβλίου είναι απόλυτα πραγματική, βρίσκεται εκεί, υπαρκτή, δημιουργώντας μια αίσθηση που την κάνει μάλιστα να μοιάζει πιο πραγματική από τον καθένα τους. Δεν αποτελεί, ωστόσο σύμβολο, τουλάχιστον όχι με την μονοδιάστατη έννοια του συμβόλου. Είναι σημαίνον, αλλά και σημαινόμενο ταυτόχρονα, καθώς επιπλέουν πάνω της εκατομμύρια νοήματα, εκατομμύρια συνειρμοί και συμβολικές διαστάσεις και μέσα της περιέχει αιώνες συνεχούς νοηματοδότησης, κι όμως είναι ταυτοχρόνως και σε κάθε περίπτωση χειροπιαστή, εκτείνεται μπροστά από τους ήρωες και αυτοί καμιά φορά μπαίνουν μέσα της. Υπάρχει, βρίσκεται εκεί και ταυτόχρονα παντού, εκθέτοντας το άπειρο, κάτι το ασύλληπτο και κάτι που όλοι προσπαθούν να αγγίξουν ή να ερμηνεύσουν αλλά επιμένει να τους ξεφεύγει. Σαν να βλέπουν έναν ολόκληρο κόσμο και ο καθένας να τον κοιτάει από το δικό του μικροσκοπικό παράθυρο. Έτσι, άλλοτε είναι θεραπεία, άλλοτε σωτηρία, άλλοτε φρίκη. Άλλοτε είναι το άπειρο, που όμως κάπου πρέπει να αρχίζει και άλλοτε η απόδειξη πως όλα στον κόσμο είναι πεπερασμένα. Στην πραγματικότητα, η θάλασσα, ο ωκεανός είναι όλα αυτά και όλα τα υπόλοιπα μαζί και απ’ αυτόν καταφέρνει ο καθένας να τραβήξει ένα μικρό κομματάκι, προσωπικό κομματάκι από τα πάντα, χωρίς ποτέ να τον βλέπει και να τον καταλαβαίνει ολόκληρο. Εξού και η άγρια, απόλυτη ομορφιά που συμβολίζει και η διαμετρικά αντίθετη όψη της, ο τρόμος του απόλυτου.

Το βιβλίο κλείνει με την αποχώρηση του κάθε χαρακτήρα από τη σκηνή, με ξεχωριστές ατομικές καταλήξεις. Το ίδιο μοτίβο, το μοτίβο δηλαδή της προσωπικής αποχώρησης απαντάται συχνά στο έργο του συγγραφέα, κυρίως στα μεγαλύτερα σε όγκο μυθιστορήματά του (Όνειρα από γυαλί, City). Ο λόγος του είναι πιο λυρικός απ’ ότι στο σύνολο των υπολοίπων έργων, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος (χωρίζεται σε τρία βιβλία). Ίσως να οφείλεται στο ότι η θάλασσα, ως λογοτεχνικό θέμα, έχει συχνά έναν έμφυτο λυρισμό. Ίσως στο ότι αυτό το μυθιστόρημα είναι κατά κάποιον τρόπο και το πιο «μυθιστορηματικό» που έχει γράψει ως τώρα.

Το γεγονός είναι ότι κάποιος φτιάχνει για τον εαυτό του σπουδαίες ιστορίες και μπορεί να συνεχίσει επί χρόνια να τις πιστεύει· δεν έχει σημασία πόσο παλαβές είναι, πόσο απίθανες, τις κουβαλά πάνω του, αυτό είναι όλο. Με τέτοιου είδους πράγματα μπορείς να είσαι και ευτυχισμένος. Ευτυχισμένος. Και θα μπορούσε να μην τελειώνει πουθενά. Έπειτα μια μέρα τυχαίνει να σπάσει κάτι στην καρδιά του μεγάλου φανταστικού μηχανισμού και, μπαμ, χωρίς κανένα λόγο σπάει ξαφνικά, κι εσύ βρίσκεσαι εκεί χωρίς να καταλαβαίνεις πως γίνεται και δεν έχεις πια πάνω σου όλη αυτήν την ιστορία, αλλά μπροστά, σαν να πρόκειται για την τρέλα κάποιου άλλου, κι αυτός οι άλλος είσαι εσύ. Μπαμ. Άλλες φορές πάλι αρκεί κάτι ασήμαντο. Ακόμα και μια ερώτηση μόνο που έρχεται στην επιφάνεια είναι αρκετή.

Ωκεανός

Αντιμετωπίζοντας το Πραγματικό

Η ιδιαίτερη σημασία που αντιπροσωπεύει η θάλασσα στον Ωκεανό, η αντανάκλαση της έννοιας του απόλυτου το οποίο δεν μπορεί να οριστεί με συγκεκριμένες λέξεις, δεν μπορεί να περιγραφεί μέσω συμβόλων και με το οποίο βρίσκεται διαρκώς ενώπιον των ηρώων, μπορεί να θεωρηθεί πως παραπέμπει άμεσα στην λακανική ιδέα του Πραγματικού. Η άποψη αυτή σχετικά με το έργο του Μπαρίκκο και την λακανική θεωρία έχει ξαναδιατυπωθεί. Πράγματι, ο Λακάν, διαχωρίζοντας τα τρία στοιχεία της ψυχικής δομής, υποστηρίζει πως το Πραγματικό είναι αυτό που βρίσκεται πέρα των δυνατοτήτων της αποσπασματικής γλωσσικής δομής πάνω στην οποία στηρίζεται η αντίληψη του ανθρώπου για τα πράγματα. Το Πραγματικό δεν χαρακτηρίζεται από όρους αντιθέσεων, αντίθετα από το Συμβολικό στοιχείο, αλλά βρίσκεται πέρα από κάθε νοητική δυνατότητα συμβολοποίησης. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει αντιληπτό από την φαντασία καθώς είναι και λεξιλογικά αδύνατο να οριστεί. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του ζωγράφου Πλασσόν, στο ίδιο μυθιστόρημα, που προσπαθεί για χρόνια να φτιάξει την προσωπογραφία της θάλασσας, δημιουργώντας δεκάδες λευκούς πίνακες, εφόσον ποτέ δεν μπορεί να βρει την αρχή της. Το Πραγματικό, λόγω της αδυναμίας κατανόησής του και της αντίστασής του στην συμβολοποιητική διαδικασία της αντίληψης παίρνει συχνά τραυματικό χαρακτήρα.

Η διαρκής αντιμετώπιση του Πραγματικού από τον άνθρωπο ντύνεται και με άλλες κεντρικές μεταφορές, γύρω από της οποίες κινούνται συχνά τα έργα του συγγραφέα. Έτσι, μπορεί να αντιπροσωπεύεται στα φυσικά στοιχεία, όπως η θάλασσα, σε πρόσωπα ή καταστάσεις που δεν μπορούν να αποδοθούν γλωσσικά. Στο Μετάξι το Πραγματικό ενσαρκώνει μια εξαιρετικής ομορφιάς αινιγματική κοπέλα χωρίς ασιατικά χαρακτηριστικά που συναντάει ο πρωταγωνιστής στην αυλή ενός Ιάπωνα ηγεμόνα, «στο τέλος του κόσμου». Στο Χωρίς Αίμα, αντίστοιχα τον ίδιο ρόλο διαδραματίζει η τέλεια, απόλυτα αρμονική εμβρυακή στάση ενός μικρού κοριτσιού που κρύβεται από τους δολοφόνους του πατέρα της.

Κατά τον ίδιο τρόπο και στο City, έχουμε την περίπτωση του μαθήματος υπ’ αριθμόν 14 του καθηγητή Μάρτενς, όπου γίνεται η υπόθεση ενός τυχαίου ανθρώπου ο οποίος περπατά σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία και ο οποίος στη μέση μιας διάβασης ενός τυχαίου δρόμου αντικρίζει πεσμένο ένα τακούνι-στιλέτο. Ο άνθρωπος αυτός διακόπτει ξαφνικά την πνευματική και σωματική του πορεία, βρισκόμενος μπροστά σε μια αποκάλυψη – αυτός και μόνον αυτός από τους όσους είδαν το ίδια αντικείμενο και το αγνόησαν – που προκλήθηκε από την εισβολή στην αντίληψή του ενός κατά τα άλλα εντελώς ασήμαντου αντικειμένου, που όμως στην προκειμένη περίπτωση αποκτά συγκεκριμένη σημασία χωρίς προφανή λόγο, αποκτά μια διάσταση που δεν μπορεί να οριστεί. Διότι, όπως λέει ο καθηγητής, μέσα απ’ αυτό το τακούνι-στιλέτο περνά η ιδέα μιας γυναίκας, η αίσθησης μιας γυναίκας, η οποία δεν αντιστοιχεί πραγματικά σε καμία γυναίκα, είναι «κάτι που είναι ο τελευταίος πυρήνας της τεράστιας συλλογικής εμπειρίας και ιστορίας που πλαγιάζει κάτω από το όνομα της γυναίκας», «η μεταβαλλόμενη αλήθεια της». Περνάει ένας ολόκληρος κόσμος, μια ιστορία μέσα από αυτόν τον στιγμιαίο τραυματισμό της αντίληψης που συντελείται με την θέαση του αντικειμένου. «Αυτό σημαίνει επινοώ ιστορίες», καταλήγει ο καθηγητής του βιβλίου. Κι επανερχόμαστε έτσι στην φράση από το Μετάξι, πως χρησιμοποιεί κανείς ιστορίες για να ορίσει όσα δεν μπορεί με τις λέξεις. Αυτό φαίνεται να μας προτείνει και ο συγγραφέας τελικά.

Advertisements

~ από stavlos στο Μαΐου 25, 2008.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: