Τζαζ, μια ιστορία για τρομπέτα και τύμπανο

toni-morrison.jpg «Τα κομμάτια της ζωής του Τσάλυ θα μπορούσαν να αποκτήσουν συνοχή μόνο στο κεφάλι ενός μουσικού. Μόνη εκείνοι που αρθρώνουν το λόγο τους μέσα από το χρυσό του καμπυλωμένου μετάλλου, αγγίζοντας τα μαύρα και τα άσπρα πλήκτρα, το τεντωμένο δέρμα, ή τις χορδές στα ξύλινα κελύφη τους, θα μπορούσαν να δώσουν υπόσταση στη ζωή του. Μόνο αυτοί μπορούν να αποκαλύψουν όσα κουβαλάει κάθε περιστατικό – χαρά, πόνο, θυμό, αγάπη – τελειώνοντας με τον ύστατο και διαφορετικό πόνο της ελευθερίας.»

Τόνι Μόρρισον, Γαλάζια μάτια

Για την πεζογραφία και την αφηγηματική δύναμη της Μόρρισον έχουν γραφτεί πολλά. Η φωνή του έργου της είναι καθαρή και γεμάτη ζωντάνια, πότε απαλή και πότε γρέζα, συχνά μελαγχολική με τον υπερφυσικό εκείνο τόνο της νοσταλγίας, μα χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς κραυγές ή λαχανιάσματα – όπως ακριβώς περιμένεις την φωνή μιας γυναίκας που κάθεται πλάι στο κρεβάτι σου για να σου μιλήσει για ιστορίες που έζησε και που άκουσε. Ιστορίες σα μουσική.

Το μυθιστόρημά της Τζαζ δεν είναι ακριβώς μια ιστορία. Είναι μάλλον σπαράγματα ιστοριών. Είναι άνθρωποι, κομμάτια ανθρώπων, φωνές και γεγονότα που όλα μαζί πλέκονται και αλληλοσυμπληρώνονται σε μια τζαζ σύνθεση με λέξεις και μουσική. Υπάρχει μια κεντρική κλίμακα, η δολοφονία της δεκαοκτάχρονης Δορκάδας, και γύρω απ’ αυτήν κινούνται όλα τα όργανα, επαναλαμβάνοντας τα ίδια μοτίβα: τις αιτίες και τις συνέπειες του φόνου, το καθε όργανο σε διαφορετικό τόνο.

Και τα όργανα, φυσικά, είναι τα πρόσωπα. Η Βάιολετ που ήθελε να την αγαπήσει ο άντρας της και πήγε να χαρακώσει το πρόσωπο του κοριτσιού στην κηδεία, ο Τζόε Τρέις που, κουρασμένος από τις σιωπές της Βάιολετ, ερωτεύεται ένα μαύρο κορίτσι και μετά το σκοτώνει για να μην ξεχάσει πως ένιωθε, η Άλις Μάνφρεντ, η θεία του κοριτσιού, που σε όλη της τη ζωή φοβότανε, φοβότανε τους ανθρώπους σαν τον Τζόε και την Βάιολετ, τους δρόμους, τις κομψά ντυμένες γυναίκες και τα μπλούζ, και η ίδια η Δορκάς που, γοητευμένη από τον παράδεισο της αμαρτίας, ήθελε να ξεφύγει από τα υπερπροστατευτικά δεσμά της θείας της και να γνωρίσει το πάθος και τον έρωτα που λεγόταν αμαρτία στις διδακτικές ιστορίες που άκουγε. Όλοι τους περνάνε μέσα από τα ίδια γεγονότα και τα δίνουν με τα δικά τους μάτια ο καθένας.

Ο χρόνος δεν έχει σχήμα, κινείται όπως κινείται μέσα στις σκέψεις. Ανεβοκατεβαίνει συνέχεια μέσα στις σελίδες του βιβλίου και αναδεύει άλλες παλιότερες ιστορίες. Το παρελθόν κρύβει τις αιτίες του παρόντος και το παρόν φέρει ταυτόχρονα και κάθε στιγμή μνήμες από περασμένα.

Το πιο αξιοπερίεργο ίσως σημείο του μυθιστορήματος είναι η αφήγηση. Γίνεται από έναν παντογνώστη αφηγητή, ανώνυμο, χωρίς ταυτότητα, αλλά υπαρκτό μέσα στο έργο. Μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, γνωρίζει τα γεγονότα, το παρελθόν, τις σκέψεις και τα κίνητρα των πεπραγμένων των ηρώων κι ωστόσο δεν υπάρχει πουθενα, σε καμιά γωνία της ιστορίας.

Αν πιστέψεις, επομένως, πως πρόκειται για ένα άγνωστο πρόσωπο που βρίσκεται συνεχώς στους δρόμους της Πόλης και παρατηρεί τους ήρωες, η αντιρεαλιστική αφήγηση δεν φαίνεται να εξυπηρετεί κανένα νόημα. Όμως, στο τέλος του βιβλίου, όπου η φωνή της αφηγήτριας ακούγεται πιο καθαρά, αποκαλύπτεται ένα κομμάτι της. Αφήνει να φανούν τα όσα νιώθει την ώρα που μιλάει για χαρακτήρες, η ανάγκη της και η αγαλίαση που ένιωθε παρατηρώντας τις ζωές τους, αλλά και η σχέση της μαζί τους και με την ίδια την ύπαρξή τους, παρόλο που αυτοί δεν την γνωρίζουν. Κι όμως: «Νόμιζα πως τους ήξερα και δεν με πείραζε που εκείνοι δεν ήξεραν τίποτα για μένα. Τώρα είναι φανερό γιατί μου έφερναν συνεχώς αντιρρήσεις: με ήξεραν από την αρχή. Ήξεραν πόσο λίγη εμπιστοσύνη μπορούσαν να μου έχουν. Πως όταν επινοούσα ιστορίες για κείνους – ιστορίες που μου φαίνονταν θαυμάσιες – ήμουν ολοκληρωτικά στα χέρια τους, μ’ έκαναν ό,τι ήθελαν χωρίς έλεος». Η αφηγήτρια είναι συνεπώς, πρόσωπο του έργου, αλλά όχι με τον συμβατικό τρόπο. Είναι η ίδια η συγγραφέας που συμμετέχει μέσα από την ύπαρξη των χαρακτήρων της, αλλά στο τελευταίο μέρος, όπου αποκτά ταυτότητα, υπάρχει ξέχωρα απ’ αυτούς, ενώ αυτοί έχουν την δικία τους ζωή πάνω από την δημιουργό τους που απλώς τους παρακολουθεί. Γιατί τα πρόσωπα της Μόρρισον είναι αυθύπαρκτες οντότητες, ακριβώς επειδή δεν ζούνε μέσα από τις ιστορίες της, αλλά ο καθένας είναι μια ιστορία.

Advertisements

~ από stavlos στο Μαρτίου 12, 2008.

2 Σχόλια to “Τζαζ, μια ιστορία για τρομπέτα και τύμπανο”

  1. Θαυμάσια παρουσίαση , με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο .
    Υ.Γ :Σήμερα ανακάλυψα το blog σου μετά από 2 μήνες που εγκαταστάθηκα κι εγώ στα βιβλιοφιλικά ιστολόγια (μέσω του Αθηνάκη).Είναι εξαιρετικό .Απορώ γιατί άργησα τόσο…

  2. Να σαι καλά! Δεν είναι προσωπικό το ιστολόγιο βέβαια, είμαστε δύο (ίσως θα προσεξες τις υφολογικές διαφορές μεταξύ των κειμένων). Πολύ
    ωραια…τρέχω να δω και το δικό σας ναυτίλε! Θα κάνουμε και κανα χαοτικό comment έτσι για να έχουμε να λέμε…bb!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: