Franz Kafka was here

•Απρίλιος 23, 2009 • 4 Σχόλια

Ένα σύντομο, άλλα όχι βιαστικό (βια ή βία, όποια μετάθεση του τονισμού κι αν επιλέγει κανείς, καταλήγουμε ωστόσο και πάλι στη στην πρωταρχική σχέση της βίας, είτε άμεσα είτε έμεσα, μέσω της βιασύνης η οποία «βιάζει» την όποια φαντασιακή ή μη σημασία του φαινομένου, προσπερνώντας τα σπαράγματα της μνήμης που αυτό φέρει στην σημασιολογική του συμπύκνωση, άρα απαλείφοντας την συνολική του σημασιολογία) πέρασμα από τα σοκάκια του Mala Strana ή της Stare Mesto. Απρίλιος μεν, αλλά όχι άνοιξη – με την έννοια εκείνου του μαγικού γλωσσικού σχηματισμού που συνθέτει το σημαίνον «Άνοιξη» με το σημαίνον «Πράγα». Λές και η σημασία ολόκληρη εξατμίστηκε  (ή μήπως εξορίστηκε;) από τις αναπαραστάσεις της. Μια για πάντα. Ψάχνοντας να ανακαλύψω έστω και μερικά απομεινάρια εκείνης της περίφημης άνοιξης διαπίστωσα πως μια απομυθοποιητική διαδικασία μπορεί να συντελείται δια μέσω όχι της εξάλειψης των μορφών που δημιούργησε μια εποχή, αλλά της τραβηγμένης απ’ την μύτη διατήρησής τους.  

Η Πράγα είναι ίσως η μόνη πόλη όπου δεν υφίσταται με κανένα τρόπο έλλειψη πολιτιστικής πολιτικής. Κάθε άλλο, ο σημαντικότατος πολιτισμός που διαθέτει αυτή η πόλη βρίσκεται παντού μέσα της. Βρίσκεται με την έννοια την χωρική: της θέσης. Κι ο τρόπος; Μα ο μόνος που διατίθεται: πώληση. Πολιτισμός προς πώληση και μάλιστα σε πολύ προσιτές τιμές. Μόλις 299 Κορώνες το μπλουζάκι με την φάτσα του (κυριώτερου εξαγώγιμου προϊόντος) Franz Kafka-Prague. Το ίδιο και οι κούπες, τα τραπουλόχαρτα και τα πατάκια μπάνιου.  

dsc016921

Το παράδοξο της υπόθεσης, ωστόσο, βρίσκεται στο γεγονός ότι η πόλη έχει διατηρήσει την ομορφιά της. Αν ξέρεις να παρατηρείς, δεν γίνεται να μην γοητευθείς από τα δρομάκια, κι ας καταλήγουν αυτά σε μια πλατεία τίγκα στις καφετέριες με τα πλαστικά τραπέζια και τον αμφισβητούμενα πόσιμο καφέ, απ’ αυτές που χρεώνουν ουσιαστικά το γεγονός ότι βρίσκεσαι σε μια ιστορική πλατεία της οποίας το ιστορικό νόημα οι ίδιες σιγά σιγά εξαλείφουν. Η γοητεία της πόλης όμως είναι εκεί, σε πείσμα όλων αυτών, μια γοητεία που – χωρίς να ξέρεις ακριβώς γιατί – μοιάζει μελαγχολική. Υποπτεύεσαι έτσι ότι ένα κομμάτι της ιστορίας της Πράγας πρέπει να έχει κατακάτσει σε κάποιο αδιέξοδο και να κρύβεται ακόμη εκεί. Αλλά η αλήθεια είναι ότι η Ιστορία έχει φύγει, έχει προχωρήσει και οι Τσέχοι κλείνουν τα μάτια και προχωρούν και αυτοί, σχεδόν στα τυφλά, μαζί με την πόλη τους, βιαστικά (η βία που απογυμνώνει, που λέγαμε πιο πριν), παρασυρόμενοι. Διέγραψαν την περίοδο του κομμουνισμού από τη συλλογική μνήμη (με την έννοια ότι ακόμη δεν την επεξεργαστήκανε – ή δεν την πενθήσαν όπως θα έλεγε και ο Αρανίτσης – απλώς προτίμησαν να την θεωρήσουν ως το απόλυτο Κακό και να την ξορκίσουν), απονοηματοδότησαν τα γεγονότα και την δημιουργία εκείνων των λίγων μηνών του ’68 (κρατώντας μόνο τον δραματισμό της σοβιετικής εισβολής), μέχρι και που παρέλειψαν να αναφέρουν ότι εκείνος ο Κάφκα που με τόση περηφάνεια πουλάνε (είναι σχεδόν αστείο πως, αντίθετα, το όνομα Κούντερα δεν ακούγεται ποτέ ανοιχτά, δεν εμφανίζεται σε καμία προθήκη βιβλιοπωλείου) έγραφε στα Γερμανικά.

Έτσι, οι Τσέχοι συνεχίζουν, περιφέρονται στην ομορφιά της παλιάς Πράγας, παλεύουν να ενταχθούν στην ζώνη του Ευρώ, πίνουν εξαιρετική Pilsner σε εξαιρετικές ποσότητες, και αποφεύγουν επιμελώς να αναμετρηθούν με την Ιστορία όταν είναι πιο πρόσφατη των εκατό-εκατό πενήντα χρόνων.  Απο αυτό, θα ‘λεγα, προέρχεται  και η μελαγχολική γοητεία της παλιάς πόλης: Κράτησε την Αισθητική σε έναν βαθμό και πέταξε βιαστικά την Ιστορία στην λεκάνη της τουαλέτας μαζί με τα χαρτιά υγείας. Και ύστερα τράβηξε το καζανάκι βιαστικά.

dsc01826

Υ.Γ. Αυτά εν είδη πρώτων και αποσπασματικών σκέψεων. Επιφυλάσσομαι πάντως μέχρι την επιστροφή.

Υ.Γ2 Σε μια απέλπιδα προσπάθεια να παρατηρήσω τα πολιτικά τεκτενόμενα της σημερινής Τσεχίας, θυμήθηκα ένα σημείο απ’ την Αβάσταχτη Ελαφρότητα, όπου ο Κούντερα παραστατικότατα περιγράφει την εικόνα ενός κουρασμένου Ντούμπτσεκ που επιστρέφει απ’ την Μόσχα και με μεγάλο κόπο εκφωνεί ραδιοφωνικά τον ταπεινωτικό συμβιβασμό με την ηγεσία του Κόμματος. Κι έτσι, αυτόματα, πήγε το μυαλό μου στα κατ’ ημάς και στον δικό μας «κουρασμένο» μεγάλο ηγέτη (για κάποιον λόγο τον φαντάζομαι πάντα να φεύγει αγχωμένος και απογοητευμένος απ’ το υπουργικό συμβούλιο και να κατευθείνεται προς τον Μπαϊρακτάρη, να πνίξει τα σεκλέτια στο φαΐ). Το τραγικό και το κωμικό συναντιούνται για άλλη μια φορά….Κουίζ: Μαντέψτε ποιός πολιτικός αντιστοιχεί σε ποιά αισθητική έννοια.

Advertisements

Η αλήθεια για την περίπτωση του Κες Πόπινγκα

•Απρίλιος 7, 2009 • 5 Σχόλια
simenon
– Δεν υπάρχει αλήθεια, έτσι δεν είναι;   Κες Πόπινγκα, «Ο Άνθρωπος Που Έβλεπε Τα Τρένα Να Περνούν»
Η γραπτή αυτή παράσταση των πραγματικών υπάρξεων δεν αποτελεί πια μια διαδικασία ηροωποίησης· λειτουργεί ως διαδικασία αντικειμενοποίησης και καθυπόταξης. Η επιμελώς συρραμένη ζωή των ψυχασθενών ή των εγκληματιών οφείλεται, όπως το χρονικό των βασιλέων ή η εποποιΐα των μεγάλων δημοφιλών ληστών, σε μια συγκεκριμένη πολιτική λειτουργία της γραπτής αφήγησης· αλλά στο πλαίσιο μιας ολότελα διαφορετικής τεχνικής της εξουσίας.            Μισέλ Φουκώ, «Επιτήρηση και Τιμωρία – Η Γέννηση Της Φυλακής»

Ψυχοπάθεια και εχεφροσύνη, έγκλημα και νομιμοφροσύνη, ασέβεια και ευλάβεια, παρέκκλιση και συμμόρφωση. Σε ποιο σημείο γίνεται η απαραίτητη διάκριση, σπάει το σκοινί αυτών (και άλλων παρεμφερών) των φαντασιακών διελκυστίνδων; Ή αλλιώς, πως έγινε και βρεθήκαμε χαμένοι μέσα σε ένα κανονικοποιητικό χάος;

Αν αποπειραθεί κάποιος δυστυχής αργόσχολος να παρακολουθήσει κυριακομεσημεριάτικες τηλεοπτικές σειρές ιατρικού περιεχομένου (απ’ αυτές που είναι της μοδός λέω), θα καταλήξει αναπόφευκτα να μπλεχτεί σε έναν τρομοκρατικό κυκλώνα μυθικών χειρουργικών όρων, εντελώς απρόφερτων στην αγύμναστη γλώσσα. Αλίμονο και αν περιέχουν και το παραμικρό νόημα για τον ίδιο. Το μεταφυσική δέος της ορολογίας εμπνέεται καθαρά από την υποψία και μόνο της εξουσίας που υποσυνείδητα πια έχουμε εμπεδώσει ότι φανερώνει η γνώση. Το χάος, επομένως, της κανονικοποίησης, στο οποίο αναφέρομαι, προέρχεται από την αόρατη, ανεπαίσθητη πλέον εξουσία, που δεν ασκείται τόσο φυσικά, όσο μέσω των όρων, των κατηγοριών, των ταξινομήσεων και των ιεραρχιών.

Τέτοια ακριβώς ήταν και η κοινωνία  από την οποία «ξεβράστηκε» ο πράκτορας της εταιρείας ανεφοδιασμού «Ιούλιος Ντε Κοστέρ και Υιοί» του Ζωρζ  Σιμενόν. Και ξαφνικά, ο τελευταίος πιθανός άνθρωπος, το υπόδειγμα της ιδεοτυπικής τυπικότητας του Ολλανδού μεσοαστού, βρέθηκε από την δίνη της κανονικοποίησης σε μια τάξη του απροσδιόριστου. Βρέθηκε να περιπλανιέται και να δραπετεύει σε έναν κόσμο υπαλλήλων με σταθερή διεύθυνση και τηλέφωνο. Βρέθηκε να σκοτώνει χωρίς α) κακία β)φθόνο γ)κέρδος δ)»ψυχικές διαταραχές». Οπότε που εντάσσεται; Η κατηγορία «Λοιπά», φαίνεται, δεν είχε διαδοθεί ακόμα. Εκεί έγκειται φυσικά και η ιδιάζουσα περίπτωσή του. Όχι στο έγκλημα, αλλά στην μη ταύτισή του με κάποιο υπάρχον πεδίο δεδομένων του ερωτηματολογίου.

Οπότε, αντιδρούν και εξανίστανται οι ψυχίατροι και οι δημοσιογράφοι και οι επαΐοντες και οι γνώστες και οι μελετητές των γραφών και τσακώνονται και εξηγούν και θεωρούν και αναλύουν και κάνουν βίδες και ξανασυναρμολογούν κάποιον που δεν έχουν δεί ποτέ, γιατί κάτι πρέπει να κάνουν, μην χάσουν και αυτοί την δουλειά τους, βρε αδερφέ. Και ο κύριος Πόπινγκα, με το πούρο και το σημειωματάριό του, πρώην πράκτορας της εταιρίας ανεφοδιασμού πλοίων «Ιούλιος Ντε Κοστέρ και Υιοί» και μετέπειτα «Τρελός του Άμστερνταμ», τους παρατηρεί από τις εφημερίδες και χαμογελάει απηυδισμένος, αλλά και με μια πρέζα ειρωνείας.

«Ο πορτιέρης του Κάρλτον τον πέρασε για τρελό· επειδή δεν θύμωσε όταν την έπιασε να ψάχνει τις τσέπες του, η Ζαν Ροζιέ, τον πέρασε για έμπορο κοκαΐνης. Στο βάθος, πολύ καλά ήταν κι έτσι. Αρκετά είχε πασχίσει επί σαράντα χρόνια για να περνάει ως Κες Πόπινγκα και για να είναι όλες οι κινήσεις του αυτές που έπρεπε να είναι.»    Ζωρζ Σιμενόν, Ο άνθρωπος που Έβλεπε τα Τρένα να Περνούν

Ο διαρκής δημόσιος διάλογος που ξεσηκώνει γύρω του, περιγράφει την λειτουργία της κατηγοριοποίησης ως εσώτερης λογικής των εξουσιαστικών δομών. Ψυχίατροι, δημοσιογράφοι, αστυνόμοι. Στο τελευταίο κεφάλαιο, όπου συλλαμβάνεται και κλείνεται σε μια απομονωμένη κλινική, το μυθιστόρημα δείχνει να ολοκληρώνεται συμβιβαστικά, με μια υποψία παραίτησης: η «περίπτωση» του κυρίου Πόπινγκα, με μια φουκωική έννοια, εντάσσεται εντέλει σε ένα επίπεδο της συστημικής διάρθρωσης της άσκησης εξουσίας, χαρακτηρίζεται, εγκράφεται στα κατάστιχα. Είναι ο τάδε, έχει διαπράξει τα δείνα, πάσχει από το απαυτό.

«Η εξέταση ως προσδιορισμός, ταυτόχρονα τελετουργικός και «επιστημονικός», των ατομικών διαφορών, ως «καρφίτσωμα»του κάθε ατόμου στη δική του μοναδικότητα ( σε αντίθεση με την τελετή όπου εκδηλώνονται οι κοινωνικές θέσεις, οι καταγωγές, τα προνόμια, τα αξιώματα, με όλη την λάμψη των συμβόλων τους) δείχνει καθαρά την εμφάνιση μιας νέας μορφής εξουσίας όπου η θέση του καθενός προσδιορίζεται από την ατομικότητά του, και ο καθένας είναι θεσμικά δεμένος με τα ιδιαίτερα γνωρίσματα, τα μέτρα, τις διαφορές, τις αποκλίσεις, τους «τρόπους» που τον χαρακτηρίζουν και τον μετατρέπουν σε «περίπτωση».         Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και Τιμωρία

Όσο για τον ίδιο τον Κες Πόπινγκα, αυτός γνωρίζει ρητά ότι έχει νικήσει. Δεν υπάρχει αλήθεια, φυσικά – όχι κάποια, τουλάχιστον, που να μπορεί να μπορεί να ταυτοποιηθεί απο τις εκφρασμένες θεωρήσεις, να τακτοποιηθεί σε «περίπτωση». Με αυτήν την έννοια, η κωμική, εώς καρτουνίστικη κάποιες φορές, μορφή του σιμενονικού ήρωα φανερώνει μια καθαρά ξενική διάσταση. Όχι σαν εκείνον τον Ξένο του Καμύ που διαγράφει μια σύντομη τροχιά αδιαφορίας μέσα από τον παραλογισμό του είναι, τον οποίο δεν αμφισβητεί, αλλά τον κατανοεί χωρίς να τον ενσωματώνει, απέναντι σε μια κοινωνία που προσπαθεί να τον οργανώσει και να τον εξηγήσει. Όχι, ο ξένος του Σιμενόν, είναι ένας πιο(αν είναι λάθος να πούμε ρεαλιστικός τουλάχιστον)προσγειωμένος ξένος, που αποκτά αυτή τη διάσταση από την άρνησή του να ταυτιστεί με αυτήν την κοινωνία, από την αδυναμία του να εντοπίσει τον εαυτό του εντώς των δοσμένων κατηγοριών του κυρίαρχου Λόγου. Τουλάχιστον μέχρι να προστεθεί εκείνη η φοβερή κατηγορία «λοιπά».

Η συζήτηση για την Θεωρία, την τέχνη και τον πολιτισμό

•Απρίλιος 2, 2009 • Σχολιάστε

Τα τελευταία λίγα χρόνια διεξάγεται μια ευρεία συζήτηση γύρω από θέματα όπως η Θεωρία, η Κριτική, η Τέχνη, η Λογοτεχνία, η Ιστορία καθώς και η σχέση της Αριστεράς με αυτά. Χαρακτηριστικό ως παράγωγο της ζωντανής αυτής συζήτησης είναι η έκδοση του συλλογικού τόμου Θεωρία Λογοτεχνία Αριστερά που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Το Πέρασμα και περιέχει όλο το αφιέρωμα που διεξήχθη από τις σελίδες της Αυγής για 14 εβδομάδες και αποτελούταν από έναν δημόσιο κριτικό διάλογο διαφόρων προσωπικοτήτων διαφορετικών χώρων γύρω από τις τρεις αυτές έννοιες. Το ζήτημα βέβαια της ανακίνησης του ενδιαφέροντος γύρω από τα θέματα αυτά κάθε άλλο παρά ασύνδετο είναι με το αντίστοιχο ενδιαφέρον που έχει εμφανιστεί εδώ και μερικά χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και σημαντικά δείγματα της βιβλιογραφίας  που παρουσιάζονται, αμφισβητώντας το κυρίαρχο ρεύμα του μεταμοντερνισμού και αναμοχλεύοντας, έτσι, τον διάλογο γύρω από την Θεωρία.

Όλα αυτά τα ενδιαφέροντα δείγματα διαλόγου, βέβαια, με το να αναδεικνύουν εντονότερα το έλλειμμα και τα προβλήματα της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας, αναμενόμενο είναι να παρακινήσουν κάποιες σκέψεις και κουβέντες σχετικά και με την πολιτική του πολιτισμού. Ειδικά για την χρόνια (αν όχι…αιώνια)αδυναμία διατύπωσης ενός συνολικού πολιτικού λόγου για τον πολιτισμό και την κουλτούρα ως ενιαίο χώρο της κοινωνίας που να προσεγγίζει κριτικά τις αιτίες της σημερινής απαξίωσης και να δίνει προτάσεις πολιτικές (και όχι διαχειριστικές) σε ένα ζήτημα πολιτικό μεν, που άπτεται μιας αυτόνομης (η σχετικά αυτόνομης έστω) σφαίρας του κοινωνικού.  malevich_korova1

Κρατώντας αυτήν την σκέψη και ‘γω, παραπέμπω όποιον ενδιαφέρεται στην πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία της ιστορικού Έλενας Πατρικίου κατά το διήμερο «Αναζητώντας μια σύγχρονη αριστερή πολιτική για τον πολιτισμό» που έγινε στο Ινστιτούτο «Ν. Πουλαντζάς», όπως αυτή δημοσιεύτηκε στην Αυγή:
http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=443892

Κωνσταντίνα Κούνεβα ή για τον ορισμό της βίας

•Απρίλιος 1, 2009 • 1 σχόλιο

m06-233608kouneva_jpgΧωρίς εισαγωγές και προλόγους – δεν τις χρειάζεται. Είναι μια φιγούρα από αυτές που θα σταθούν πρώτη γραμμή, σε όλη της την τραγική υπόσταση, πρωστά από την ταφόπλακα της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα για την Ελλάδα. Η Κωνσταντίνα Κούνεβα, από κείνη την νύχτα της πιο απροκάλυπτης βαρβαρότητας, την νύχτα της δολοφονικής επίθεσης, επιτάχυνε ήδη την αντίστροφη μέτρηση για το τέλος της δεκαετίας. Δεν το ξέρουμε τώτα, αν και μερικοί από μας μπορεί να το υποψιαζόμαστε κιόλας, αλλά η γυναίκα αυτή αναμφισβήτητα θα στοιχειώσει αυτά τα χρόνια ως μια φρικιαστική ανάμνηση. Ή αντίστροφα, η ανάμνηση μιας κτηνωδίας, από κείνες που η Ιστορία έχει την τάση να μας τρίβει στη μούρη σαρκαστικά σαν αποτέλεσμα του χυδαίου βιασμού της έννοιας της ισότητας, της αξιοπρέπειας, της ζωής, πάνω από τον οποίο βολτάρουμε με τα χέρια στην τσέπη, σφυρίζοντας αδιάφορα.

Πέρασαν τρεις μήνες από τότε. Ωστόσο, κάτι περίεργο: κάθε τόσο κάποια αφορμή έβρισκα και σκεφτόμουν την Κούνεβα, τα γεγονότα εκείνης της νύχτας, την αντίδραση που ξεσήκωσαν, την σημασία της. Στο δρόμο, στη διαδρομή του μετρό, στις εφημερίδες, στους τοίχους, την ώρα του μαθήματος, στις συζητήσεις, στις πορείες, στους σταθμούς του ΗΣΑΠ. Η Κωνσταντίνα καταφέρνει και επανέρχεται συνεχώς και απροσδόκητα. Εν ολίγις κατάφερε να διαπεράσει το προστατευτικό κάλυμμα και να εντυπωθεί στην βραχύβια και επιλεκτική μνήμη του αστικού και τηλεοπτικού υποσεινήδητου. Γεγονός που μοιάζει υπερφυσικό σχεδόν, με τα δικά μας δεδομένα, και γεννά ένα αμήχανο ερώτημα: τί είναι η Κούνεβα;

Αν θέλαμε να περιγράψουμε ένα κοινονικό-οικονομικό σύστημα με όρους χωροταξικούς θα λέγαμε πως τα όρια της τυπικής νομιμότητάς του διαγράφονται με βάση του κοινωνικούς χώρους και τις ομάδες που το ίδιο αποκλείει, στο περιθώριο, δηλαδή, όπου ασκείται ο κοινωνικός αποκλεισμός και η κάθε μορφή βίας – ιδεολογική, κοινωνική, θεσμική,  οικονομική, σωματική. Τα όρια αυτά – που μετατοπίζονται και επαναδιατυπώνονται με κάθε κοινωνική μεταβολή – τείνουν να συμπιέζονται και να διαστέλλονται στις περιόδους κρίσης των θεσμισμένων λειτουργιών και αμφισβήτησης των θεμελιωδών ιδεολογικών παραδοχών κάθε καθεστώτος.

Ιδού, επομένως, η όψη της ευρύτερης κρίσης που ονομάζουν οικονομική, από την πλευρά αυτών που κεινούνται σε κείνες τις παρυφές του συστήματος. Αυτό αντιδρά σπασμωδικά μέσα στις αντιφάσεις του, όπως ο ασθενής που αρνείται να παραδεχθεί ότι η μόλυνση είναι θανάσιμη, κι έτσι πιέζει και περιχαρακώνεται ακόμα περισσότερο, εξαντλώντας τα όρια των δυνάμεων αλλά και της νομιμοποίησής του. Εξού και η ένταση της καταστολής. Τα όρια συμπιέζονται και αυξάνουν τη βία, παλεύοντας για την αναγκαία ως προς την διατήρηση του συστήματος περιχαράκωση, ενώ ταυτόχρονα τείνουν να διαστέλλονται από την αμφισβήτηση.

Η περίπτωση της Κούνεβα δεν ήταν τυχαία. Συνδικαλίστρια, Μετανάστρια, Γυναίκα. Σε συμβολικό επίπεδο συντίθεται γύρω της μια πολύπλευρη κατάσταση, όλες οι ιδιότητες της οποίας προκαλούν τη βία, μιας και είναι αυτές που τίθονται στα περιθώρια του αποκλεισμού. Και αυτό, καθώς φαίνεται, ήταν αρκετό για να γίνει στόχος μιας αγριότητας που θυμίζει ταινία τρόμου, δηλαδή που, μέχρι τώρα τουλάχιστον, εκτυλισσόταν μόνο στο επίπεδο της κοινωνικής φαντασίας, στα πιο επιθετικά, απωθημένα ένστικτα της κοινωνίας.

Τι είναι η Κούνεβα; Είναι η πραγμάτωση της ενοχικότητας μιας κοινωνίας που συντίθεται από καταπιεσμένες ορμές, συλλογικές και ατομικές. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να την ξεχάσουμε.

Ρεπορτάζ από τα κατεχόμενα

•Δεκέμβριος 23, 2008 • 3 Σχόλια

asarticlerecords-1505varkiza

Σε μεγάλο προβληματισμό βρίσκεται ο πρωθυπουργός της χώρας μετά τις τελευταίες εξελίξεις αφού όπως πληροφορήθηκε από την εκπομπή «mythbusters» ,που προβάλλεται από το κανάλι ΣΚΑΙ, είναι αδύνατος ο τετραγωνισμός του κύκλου. Ο πρωθυπουργός θορυβήθηκε ιδιαίτερα αφού έτσι πίστευε πως θα έλυνε τα προβλήματα του τόπου και ζήτησε την πολύτιμη συμβουλή του καθηγητή Πάκη, αφού αυτός, ως σπουδαγμένος κάτι θα ξέρει παραπάνω. Ο κ.Καθηγητής δεν διέψευσε τις προσδοκίες του πρωθυπουργού και σε ένα παραλήρημα ορθολογισμού ζήτησε να παραπεμφθούν οι αμερικανοτσολιάδες ελβετόψυχοι mythbusters στον αρμόδιο ανακριτή με την κατηγορία της σύστασης και συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση και να πρυτανεύσει η λογική και η ψυχραιμία. Οι πιο θερμοαιμοι όμως της παράταξης δεν κρατήθηκαν και ζήτησαν από την εφημερίδες Guardian, New York Times και Liberation να καταδικάσουν επιτέλους τους κουκουλοφόρους και να μην προσπαθούν άλλο να πλήξουν προσωπικά τον πρωθυπουργό. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποκρούσουν τις κατηγορίες οι ξένες εφημερίδες απάντησαν: Who the f**k is Karamanlis? Παράλληλα η κυβέρνηση έστειλε τα κουκουλοφόρα τάγματα του εθνικού στρατού με επι κεφαλής των Τζέρυ «τα λέω χύμα» Γιακουμάτο να αναμετρηθούν «επί ισοις όροις με τους στασιαστές».

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, τώρα, ο πρόεδρος του Πα.Σο.Κ. φαίνετα να πρότεινε στην τελευταία συνεδρίαση να πιούν όλα τα στελέχητου κινήματος το αμίλητο νερό ώστε να αποφύγουν το ενδεχόμενο να αρθρώσουν πολιτικό λόγο, να προτείνουν λύσεις και να κάνουν αντιπολίτευση αφού όπως φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις μόνο έτσι μπορούν να αναρριχηθούν στην εξουσία. Αυτό το μέτρο δεν κρίθηκε απαραίτητο για τον  Θ.Παγκαλο αφού «έχει το ακαταλόγιστο» , «κανείς δεν τον παίρνει στα σοβαρά» και «έχει υψηλή χοληστερίνη». Να σημειωθεί πως ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Σο.Κ. Γ.Παπανδρέου φέρεται να έχει ήδη κορνιζάρει την δημοσκόπηση που τον δείχνει καταλλήλότερο κάτι που δείχνει, αν ισχύει, πως έκοψε τα ναρκωτικά και έιναι έτοιμος να κυβερνήσει.Ο Γ.Παπανδρέου σε μία προσπάθεια να περιφρουρήσει τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων τοποθέτησε τις στρατιές των εκσυγχρονιστών υπό τον ταγματάρχη Ευάγγελο «συνταγματολόγο» βενιζέλο γύρω από τα γραφεία του Δ.Ο.Λ.

Στον Περισσό, από την άλλη, η συνεδρίαση της Κ.Ε. έγινε σε έντονο κλίμα αφού τα μισά στελέχη τόνιζαν πως η χώρα βιώνει το τελευταίο στάδιο καπιταλισμού κατά τας γραφάς (του Λένιν) και ότι οι κουκουλοφόροι είναι πράκτορες του ιμπεριαλισμού ενώ οι άλλοι μισοί θεωρούν ότι βιώνουμε ένα επόμενο στάδιο καπιταλισμού που δεν προβλέφθηκε από το Λένιν (αν είναι δυνατόν) και ότι πρόκειται για επίθεση του εξωγήινου κεφαλαίου στη χώρα του Σωκράτη. Υπήρξαν και μερικοί τρελοί που υποστήριξαν πως πρόκειται απλά για δεκαπεντάχρονα αναμεμειγμένα με μερικούς προβοκάτορες της ασφάλειας οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν πάρθηκαν στα σοβαρά αφού δεν είχαν ξεπεράσει τα 9ο χρόνια ζωής και αγώνων. Κατόπιν η γ.γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. υποστήριξε ότι η λαικιά οικογένεια δεν έχει τίποτα να φοβάται από τους πράκτορες/σωματεμπόρους/προβοκάτορες/εχθρούς του λαικού κινήματος/ναρκομανείς/εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου του Συ.ριζ.α. αφού μια μικρή ενίσχυση στο Κομμα μπορεί η ίδια να εγγυηθεί ότι το λαικό κίνημα θα πάει για ύπνο. Έτσι για να μην αγχωνόμαστε. Παράλληλα κάλεσε τις δυνάμεις του υπουργού πολέμου Μάκη «αετομάτη» Μαίλη να περικυκλώσουν το Γκάζι καθώς πληροφορίες θέλουν την περιοχή ορμητήριο τρομοκρατών του Συ.ριζ.α.

Στην Κουμουνδούρου (γνωστότερη και ως βίλα των οργίων) ο ηγέτης των ροζουλί Αλέκος «κουκούλας» Αλαβάνος συναντήθηκε με τον αρχιστράτηγο Λαφαζάνη και τον διοικητή της λαικής πολιτοφυλακής Στρατούλη και τους ζήτησε να αποσύρουν τις δυνάμεις τους από το Σύνταγμα καθώς ενοχλούν τον πρωθυπουργό και δεν μπορεί να παίξει πλειστεισον με την ησυχία του.  Στην διαταγή αυτή δεν ανταποκρίθηκε  ο ηγέτης του αντάρτικου πόλης Ανδρέας «μοβόρος» Καρύτζης ο οποίος κατήγγειλε την γραμμή του κόμματος ως «ολίγη από Δεκεμβριανά , ολίγη από Βάρκιζα» και τόνισε πως αν δεν επιτραπεί στους άνδρες να παντρεύονται μεταξύ τους «με παπά και με κουμπάρο» θα αφήσει τους κουκουλοφόρους του να καίνε την Αθήνα ως τον σοσιαλισμό (με δημοκρατία και ελευθερία). Ο υποστράτηγος Μαργαρίτης ζήτησε εκ μέρους της ανανεωτικής πτέρυγας από τον πρόεδρο να μεταφερθεί ο ένοπλος αγώνας επιτέλους στις Βρυξέλλες όπου με με διαβήματα, επερωτήσεις, προτάσεις νόμων και άλλες βίαιες πράξεις υπάρχουν οι συνθήκες για να έρθει ο σοσιαλισμός (με δημοκρατία και ελευθερία).

Τέλος, οι δημοκρατικές δυνάμεις του ΛΑ.Ο.Σ. ζήτησαν να μετατραπεί η ιδιότητα του μέλους του Συνασπισμού σε ποινικό αδίκημα και να μετατραπεί σε ιδιώνυμο το να φοράει κανείς κουκούλα, φόρμα, μπουφάν, γάντια, σκούφο, εσώρουχα καθώς και να φορά τουίντ σακκάκι με ζιβάγκο, ενώ οι μεραρχίες του κόμματος με το κωδικό όνομα «αγανακτισμένοι πολίτες» υπό τον υποδεκανέα Μάκη «dirty» Βορίδη κλήθηκαν να περιφρουρήσουν την Ακρόπολη, το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, του Βασιλιά Κωνσταντίνου και το Ραδιομέγαρο.

Υ.Γ.1. Λευτεριά στον Συνασπισμό που κατηγορείται από τις 6/12/2008 για: απείθεια προς την κοινοβουλευτική αποχαύνωση από τον εισαγγελέα πρωτοδικών κ.Κυβερνάω Λέμετώρα – Τοντόπο, αντίσταση κατά της καταδίκης (γενικώς και αορίστως) από τον αρμόδιο ανακριτή κ.Παντελή – ‘Ελλειψη Πολιτικούλόγου, ενώ προτάθηκε από την επίτροπο των Εσωτερικών Υποθέσεων (της αριστεράς) κ.Σύγκλιση Μετηδεξιά το κακούργημα του χαιδέματος αυτιών σε αληθή κατ’ ιδέαν συρροή με τον αποπροσανατολισμό του λαικού κινήματος. Ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους να πηγαίνει μια φορά το μήνα στη βουλή και όχι κάθε μέρα και τα κάνει μπάχαλο. Δόθηκε προθεσμία μέχρι τις εκλογές για να απολογηθεί στον τακτικό ανακριτή Δημοσκόπο  Δημοσκοπηκούλη.

Υ.Γ.2 Ο δήμαρχος εμπορικού Κέντρου έστειλε 19 διμοιρίες των ΜΑΤ να προστατέψουν τα συνταγματικά δικαιώματα του δέντρου των Αθηνών από τους διαδηλωτές και την Πιπιλή να τους πιπιλήσει το μυαλό μέχρι να πάνε στην Βαρυμπόμπη. Καταγγέλουμε τις νέες υπερσύγχρονες μεθόδους καταστολής. Η πιπίλα της Πιπιλή δεν θα μας πιπιλήσει!

Υ.Γ.3 Λευτεριά στο πρωθυπουργό! Μην τον ζαλίζεται με τα νούμερα του προυπολογισμού μπορεί να κάνει κανα λάθος και να δώσει 5% για την Παιδεία. Φανταστείται πάνω στη ζαλάδα να περικόψει και τις αμυντικές δαπάνες…

Κοιτάμε το δέντρο…και χάνουμε το δάσος

•Δεκέμβριος 22, 2008 • Σχολιάστε

cf84cebfceb4ceb5cebdcf84cf81cebf

Κόπασαν οι κινητοποιήσεις και καταλάγιασε ο χαμός. Οι φοιτητές και οι μαθητές θα πάνε για χριστούγεννα ελπίζοντας πως κάποιος θα βρεθεί  να κάψει το δέντρο του δημάρχου εμπορικού Κέντρου και πάσης Αθήνας Ν.Κακλαμάνη, η κυβέρνηση θα αποφασίσει, μέσα στην κατάνυξη της γαλοπούλας, για το πως θα διαρρέυσει τα νέα της σενάρια περί εξωθεσμικής παρέμβασης αρειανών και τα «συμφερόντων Λαμπράκη» θα βάλλουν τους ρεπόρτερ τους να καίνε το Κολωνάκι για να έχουν μερικές λούπες επεισοδίων να σχολιάζει ο θεματοφύλακας των αξιών του τόπου Γ.Πρετεντέρης.

Αυτό που δεν θα σταματήσει να συμβαίνει την περίοδο των γιορτών είναι η γενίκευση της επισφάλειας.

Η Αθήνα με τα γεγονότα των τελευταίων ημερών δεν είναι παρά μια μικρή φωτιά σε μια λουσμένη με βενζίνη Ευρώπη. Είναι γενικώς αποδεκτό ότι τα μεσοστρώματα είναι αυτά που δεν επιτρέπουν την διάρυξη του κοινωνικού ιστού. Είναι σαν να λέμε οι συνδετικοί ιστοί της κοινωνίας. Η εργατική τάξη βρίσκεται διαρκώς στο πυρήνα της εξαθλίωσης όμως η ύπαρξη ενός μεγάλου, υγιούς μεσαίου χώρου επιτρέπει, με ένα τρόπο, την κοινωνική συνοχή. Όσο αυτό το κομμάτι διατηρεί τις ελπίδες για ανέλιξη στην κοινωνική πυραμίδα, όσο έλκεται και είναι δυνατόν να του εξασφαλίζονται υλικές παροχές, όσο είναι ικανό να καταναλώνει και να διασφαλίζει ένα στάνταρ ποιότητας ζωής τότε οι κοινωνικές εκρήξεις ελαχιστοποιούνται και σε κάθε περίπτωση δεν εξασφαλίζουν τις απαραίτητες συμμαχίες ώστε να ευοδώσουν. Για αυτό το λόγο η εξυπηρέτηση της μεσαίας τάξης λαμβάνει στο σύγχρονο πολιτικό λόγο διαστάσεις φετίχ. Πάνω σ’αυτήν βασίστηκε η συναίνεση που οργάνωσε ο Α. Παπανδρέου, αυτήν εξυπηρέτησε το παρεμβατικό κράτος της μεταπολεμικής Ευρώπης, από αυτήν έλκει την καταγωγή του εν τέλει και το αμερικάνικο όνειρο. Είναι η εκ των ων ουκ ανευ κοινωνική συμμαχία που χρειάζεται το πολιτικό σύστημα και ο υφιστάμενος τρόπος οργάνωσης της παραγωγής για να συνεχίσει να υπάρχει. Αν αυτή η conditio sine qua non διαρραγεί τότε τα πράγματα γίνονται δύσκολα.

Ο φόβος της Ευρώπης δεν είναι μήπως μεταναστεύσουν οι τριακόσιοι κουκουλοφόροι των Εξαρχείων στην Γηραιά Ήπειρο και τα κάνουν γης Μαδιάμ. Προς θεού. Στο κάτω κάτω οι μισοί είναι άνθρωποι της Ασφάλειας. Ο μεγάλος φόβος είναι η διάρρηξη της συναίνεσης γύρω από το δεδομένο πλέγμα εξουσίας και δεν εννοώ φυσικά την δημοκρατία αλλά τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, τις οικονομικές σχέσεις.

Η παγκοσμιοποίηση της αγοράς και η γενίκευση της τα τελευταία τριάντα χρόνια υπό το ιδεολογικό πλέγμα του νεοφιλελευθερισμού δημιούργησε τα εξής δεδομένα: Ένα  κεφάλαιο σε καθεστώς παγκοσμιοποίησης από τη μία και τις δυνάμεις τις εργασίας από τη άλλη περιορισμένες σε τοπικό επίπεδο. Χωρίς θεσμικό πλαίσιο υφιστάμενο στο καθεστώς του παγκοσμίου εμπορίου, με την ευρωπαική ένωση να προωθεί μόνο την οικονομική και όχι την πολιτική ενοποίηση, τις διεθνείς εργατικές ενώσεις σε ρόλο διακοσμητικό και την πολιτική εξουσία διαποτισμένη από το δόγμα του αναχωρητισμού και της εξάπλωσης της αγοράς το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο δεν βρήκε μπροστά του αναχώματα που θα μετρίαζαν την επιθετικότητα του όπως ενδεχομένως ήταν δυνατόν να συμβεί στο εσωτερικό των εθνικών κρατών,σε άλλες εποχές. Παρατήρηση που έγινε τόσο από τους πολέμιους όσο και από τους υπόστηρικτες της ελεύθερης αγοράς.

Τα όσα φαιδρά εκκίνησαν την οικονομική κρίση – τα δάνεια υψηλού ρίσκου που εξαγοράστηκαν από τις επενδυτικές τράπεζες, χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχει δυνατότητα εξυπηρέτησης τους και ακολούθως επενδύθηκαν με τεράστια ποσοστά κέρδους εως ότου έσκασαν οι φούσκες των πλασματικών κεφαλαίων – αποτελούν στην πραγματικότητα συμπτώματα των δομικών αδιεξόδων του καπιταλισμού στην πιο επιθετική του μορφή. Ο συνεχής επεκτατισμός του κεφαλαίου οδηγεί της αγορές σε κορεσμό και αναγκάζεται να ψάχνει όλο και περισσότερα πεδία ανάτυξης των κερδοφόρων δραστηριοτήτων του. Αυτήν την ανάγκη εξυπηρέτησε και η εισαγωγή της παιδείας και της υγείας στο χώρο της αγοράς και γενικότερα αγαθών που χαρακτηρίζονταν δημόσια και βρίσκονταν κατά το παρελθόν υπό την αποκλειστική εποπτεία του κράτους. Αυτή η έμφυτη ροπή του κεφαλαίου για συνεχή επέκταση δημιούργησε και τις πιο παρασιτικές μορφές του όπως το χρηματηστηριακό. Η συνεχής επέκταση έχει ως τροφή την συνεχή συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων σε ένα προοδευτικά πιο ελαστικό καθεστώς που εντείνει την ανασφάλεια.

Αυτό, λοιπόν, που προκύπτει σχεδόν ως βεβαιότητα είναι ότι το πολιτικό σύστημα και οι εκφραστές του δυσκολεύονται υπό το βάρος της κρίσης όχι μόνο να εξασφαλίσουν τους υλικούς όρους ζωής των κατώτατων τάξεων αλλά και των μεσοστρωμάτων τα οποία πλήττονται ιδιαίτερα από τον υπερδανεισμό και τις επικέιμενες μισθολογικές περικοπές, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις τραντάζονται από τη συνακόλουθη μείωση της ζήτησης. Σ΄όλο αυτό έρχεται να προστεθεί και η αδυναμία των κυβερνητικών δυνάμεων να διανθίσουν το πολιτικό τους λόγο με οραματικούς στόχους μιας κάποιας προοπτικής, κάνοντας ακόμη πιο δύσκολη την εκ μέρους των οργάνωση της συναίνεσης γύρω από την πολιτική εξόδου από την κρίση. Όλες οι βεβαιότητες κλονίζονται και όσο οι κοινωνοί δεν θα μπορούν να οραματιστούν το μέλλον τους σε αυτό το δεδομένο κοινωνικό-πολιτικό σύστημα αφού αυτό δεν θα ανταποκρίνεται πρωπάντων στις υλικές προσδοκίες τους τότε φαινόμενα όπως αυτά στην Αθήνα θα είναι όσο μεμονωμένη είναι και η αυθαιρεσία της αστυνομίας. Καθόλου.

Οι κινητοποιήσεις των Αθηνών δεν ξέρω αν αποτελούν κοινωνική εξέγερση με τους ιστορικούς της όρους αλλά πάντως αποτελούν μια ξεκάθαρη μαζική έκφραση πολιτικής και οικονομικής δυσαρέσκειας που εκφράζεται πάντα πρώτα από αυτούς που έχουν το μικρότερο υλικό κόστος συμμετέχοντας σ’ αυτές, τη νεολαία. Αντί, λοιπόν, να ασχολούμαστε με το «καλύτερα φυλασσόμενο δέντρο στον κόσμο» ας κοιτάξουμε το δάσος. Τις κοινωνικές ανακατατάξεις που συμβαίνουν και πρόκειται να συμβούν και πάνω σ’ αυτών τα αίτια ας εξαντλήσουμε τη φαιά ουσία μας. Ο  δήμαρχος αθηναίων έχει κάθε δικαίωμα να διαλαλεί τα ανιστόρητα σοφίσματα του περί ταύτισης της αγοράς με τη δημοκρατία συνεπικουρούμενος από άλλους διανοητές όπως η κ.Φ.Πιπιλη (λες και καταργήθηκε ο θεσμός της ελεύθερης αγοράς επειδή έγινε πορεία στο κέντρο της αθήνας) – να διευκρινίσουμε ότι το εμπόριο και η αγορά λειτουργούσαν κανονικά και σε άλλα πολιτικά συστήματα. Αυτό που αλλαζει από πολιτικό σύστημα σε πολιτικό σύστημα είναι η διάχυση της πολιτικής εξουσίας, της συσσώρευσης του πλούτου κτλ. – αλλά δεν ξορκίζει έτσι την βαθύτατη κοινωνική δυσαρέσκεια και αβεβαιότητα. Είτε αυτή  εκφράζεται στο κέντρο της Αθήνας, είτε στη Βαρυμπόμπη όπως πρότεινε η Πιπιλή.

Αλλά τι να περιμένει κανείς από τους εκφραστές του δημοσίου λόγου στην πατρίδα μας; Εδώ έχουμε καταλήξει να παρακολουθούμε τους πολιτικούς να κάνουν ρεπορτάζ και τους δημοσιογράφους πολιτική. Μπορεί τα συντηρητικά ανακλαστικά που θέλουν να διογκώσουν στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας τελικά να επικρατήσουν και να βγουν οι άνθρωποι να δείρουν τους διαδηλωτές, δεν μπορούν όμως να ισοσταθμίσουν τις διασαλευμένες ισορροπίες, το γκρέμισμα των δεδομένων αξιών. Δεν μπορουν να δημιουργήσουν τις ίδιες παραδοχές πάνω στα συντρίμμια των προηγουμένων με μόνο όπλο τη συντήρηση και τους κουκουλοφόρους.

Η τάξη και η βαρβαρότητα

•Δεκέμβριος 8, 2008 • 1 σχόλιο

Τον Νοέμβριο του 1985 λίγο μετά την πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου ο αστυνομικός Αθ. Μέλιστας στέκεται σε θέση σκόπευσης και πυροβολει. Στο οδόστρωμα της Στουρνάρη νεκρός θα πέσει ο Μιχάλης Καλτεζάς.

Πέντε χρόνια νωρίτερα το κρανίου του Ιάκωβου Κουμή θα συντριβεί από τα κλομπ των αστυνομικών, ενώ η σταματίνα Κανελλοπούλου θα χτυπηθεί αλύπητα με την πλάτη σε κάποια βιτρίνα της πανεπιστημίου.

Το 1994 ο μουσικός Θωδορής Γιάκας δέχεται έναν ολόκληρο γεμιστήρα αφού αρνήθηκε να σταματήσει για εξακρίβωση στοιχείων…Το 1998 ο γιουγκοσλάβος μαθητής Μάρκο Μπουλάτοβιτς πέφτει πέφτει νεκρός από αστυνομικό που τον πέρασε για πορτοφολά ενώ αυτός απολάμβανε τη βόλτα του στα πλαίσια εκπαιδευτικής εκδρομής. Ο κατάλογος θα μπορούσε να πάρει τουλάχιστον τρεις σελίδες μέχρι να φτάσει στο Δεκέμβρη του 2008.

Το Σαββατόβραδο ο 16χρονος Αλέξης Γρηγορόπουλος θα προστεθεί στη λίστα των περίπου 80 θανάτων από σφαίρες αστυνομικών την τελευταία δεκαετία. Το περιστατικό δεν είναι ούτε τυχαίο, ούτε μεμονωμένο.

Η μισή, αν όχι ολόκληρη η ζωή μου περιστρέφεται γύρω απ’τα Εξάρχεια. Ξέρω, ανάλογα την ώρα, που θα βρω να παρκάρω, ξέρω ποιά μαγαζιά φτιάχνουν τον καλύτερο καφέ, ποιά δίνουν ποτά «μπόμπες», που δεν πρέπει να κάτσω για να μην συλληφθώ αν ξεσπάσουν ταραχές. Ξέρω το καλύτερο μέρος για να δεις έναν κυριακάτικο αγώνα και ακόμα ακόμα πόσα ακριβώς βιβλιοδετεία έχει η Σόλωνος. Αυτό που δεν ήξερα ήταν ότι κινδύνευα να δεχτώ μια σφαίρα από αυτούς στους οποίους (ο μαλάκας) εκχώρησα το μονοπώλειο της βίας.

Πίνω καφέ συχνά στον Γιλμάζ κάτω ακριβώς από το Παιδαγωγικό. Πάνω ακριβώς από το σημείο που δολοφονήθηκε το παιδί το Σάββατο το βράδυ. Έχω πιεί άπειρες φορές τον καφέ μου με τις διμοιρίες στο ένα μέτρο χωρίς ποτέ στη ζωή μου να έχω πετάξει έστω και μία πέτρα. Έχω δεχτεί ύβρεις από διμοιρίτη περπατώντας αμέριμνος την ακαδημίας με την κοπέλα μου, χωρίς ποτέ στη ζωή μου να έχω πετάξει έστω μια πέτρα. Γυρνώντας σπίτι περπατάω πάντα με το κεφάλι κάτω την Μπουμπουλίνας μην συναντήσω το βλέμμα των ΟΠΚΕ έξω από το υπουργείο πολιτισμού, χωρίς πράγματι να έχω κάτι να φοβηθώ, χωρίς ποτέ στη ζωή μου να έχω πετάξει έστω μία πέτρα.

Κι όμως για μένα και για όσους ζουν και κινούνται στα Εξάρχεια όλα αυτά είναι μια καθημερινότητα, κι ακόμα και αυτός ο θάνατος κινείται στα πλαίσια μιας στατιστικής βεβαιότητας. Αυτή η πλατεία είναι το τερατούργημα της πιο οργανωμένης καταστολής που έχει ποτέ πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα. Δεν μιλάω για τις διμοιρίες που τη ζώνουν, ούτε για τους ένστολους τραμπούκους που περιφέρονται στα εντός και εκτός αυτής. Μιλάω για την μεθοδευμένη υποβάθμιση της περιοχής, τη γκετοποίηση και -όπως ακριβώς συνέβη και με τους χίπις στη Αμερική- την υπερχείλιση αυτής με ναρκωτικά. Η φανερή παρουσία των κατασταλτικών δυνάμεων δεν είναι παρά η συνέπεια μιας κατασταλτικής προσπάθειας που ξεκίνησε πάλι από την ΕΛ.ΑΣ τη δεκαετία του ’80 και τελειοποιείται σήμερα από τους πρεζέμπορους και τις αστυνομικές δυνάμεις νομιμοποιώντας την γενικευμένη καταστολή και εγείροντας τα συντηρητικά ανακλαστικά.

Απ’την άλλη αυτή, η ελληνική αστυνομία δεν είναι παρά το τερατούργημα της ίδιας της στρεβλής δημοκρατικής παράδοσης της Ελλάδας ή μάλλον της ανύπαρκτης δημοκρατικής παράδοσης των σωμάτων ασφαλείας. Εκκαθαρίσεις δεν έγιναν ποτέ για αυτούς που συνεργάστηκαν με το καθεστώς του Μεταξά, ενώ μετακατοχικά η αστυνομία έμοιζε να έχει ως μόνο ρόλο την κάλυψη στους παρακρατικούς. Πραγματικές εκκαθαρίσεις δεν έγιναν ούτε μετά την επταετία…ενώ πρωταγωνιστικός παράγοντας της ελληνικής ιστορίας ήταν διαχρονικά η πολιτικοποίηση των ενόπλων δυνάμεων. Ο Μεταξάς ή ο Παπαδόπουλος δεν ήταν παρά κορυφώσεις της ιστορίας μας όσο αφορά τη στρατιωτική παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα.

Σήμερα η ΕΛ.ΑΣ προσλαμβάνει ελαστικά (σύμφωνα με τις οικονομικές επιταγές των καιρών) ημιεκπαιδεύει και «ιδεολογικοποιεί» (επί της ουσίας πωρώνει) τους νέους αστυφύλακες ώστε να είναι σε θέση να χτυπούν και να καταστέλνουν με τόσο μίσος. Και πάνω από όλα θεριεύει ένα τέτοιο θράσος εκ μέρους των εξαιτίας της γενικευμένης ατιμωρησίας. Αυτή η αναπαραγωγή της συγκάληψης στο εσωτερικό των σωμάτων ασφαλείας είναι και το μεγαλύτερ, το πιο επώδυνο έγκλημα. Τ στοιχεία του συνηγόρου του πολίτη είναι καταθλιπτικά. Στις 176 υποθέσεις που ελέγχθηκαν μετρημένες στα δάχτυλα ήταν αυτές στις οποίες όντως καταλογίστηκαν ευθύνες, αφού η προκαταρκτική έρευνα από το Εσωτερικών Υποθέσεων βγάζει σχεδόν πάντα «λάδι» τα εμπλεκόμενα όργανα της «τάξης».

Αυτή η δημοκρατία στηρίζεται στην εκ μέτρους των πολιτών εκχώρηση της εξουσίας μέσω της αντιπροσώπευσης με την ταυτόχρονη διατήρηση κάποιων ελευθεριών που εγγυόνται την προστασία από την κρατική αυθαιρεσία.  Στα θεμέλια όλης αυτής της σκέψης βρίσκεται το κρατικό μονοπώλειο της βίας. Αν πληγεί εκεί το πολίτευμα ακυρώνεται ολόκληρη η νομιμοποίηση του και το κοινωνικό συμβόλαιο καθίσταται κενό γράμμα.

Έτσι σημασία δεν έχει αν βάζουμε όλους του αστυνομικούς «στο ίδιο τσουβάλι» ή αν ισοπεδώνουμε τα πάντα. Σημασία έχει το ότι όσο αναπαράγεται αυτή η λογική στα σώματα ασφαλείας και  όσο δεν προωθείται ο εκδημοκρατισμός τους τα θύματα όπως ο Αλέξης Γρηγορόπουλος δεν θα είναι μεμονωμένα περιστατικά αλλά τα ζοφερά αποτελέσματα μιας βαρβαρότητας  στο όνομα της τάξης που θα προσωποιούν εντέλει βαθιές πληγές στη δημοκρατία.