CITY

Θα ήταν όλα πολύ πιο απλά αν δεν σου είχαν φυτέψει στο κεφάλι αυτή την ιστορία του να καταλήξεις κάπου, αν μονάχα σου είχαν διδάξει, μάλλον, να είσαι ευτυχισμένος παραμένοντας ακίνητος. Όλες αυτές οι ιστορίες για το δρόμο σου. Να βρεις το δρόμο σου. Να πάρεις το δρόμο σου. Αντίθετα, ίσως να ‘μαστε φτιαγμένοι για να ζούμε σε μια πλατεία, ή σ’ ένα δημόσιο κήπο, ακίνητοι εκεί, για να περνάει η ζωή, ίσως να ‘μαστε ένα σταυροδρόμι, ο κόσμος έχει ανάγκη να ‘μαστε ακίνητοι, θα ‘ταν καταστροφή αν τραβούσαμε, κάποια στιγμή, τον δρόμο μας, ποιο δρόμο;
Το πέμπτο μυθιστόρημα του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο είναι ένα «αστεακό» μυθιστόρημά, με την διττή έννοια ότι, αφενός, είναι το μοναδικό μυθιστόρημά του που διαδραματίζεται, μερικώς έστω, σε ένα σύγχρονο αστικό κέντρο και αφετέρου ότι είναι δομημένο κατά ένα πολεοδομικό πρότυπο. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας «οι ιστορίες είναι γειτονίες, τα πρόσωπα είναι δρόμοι».
Παραπάνω αναφέρεται ο Ωκεανός ως το πιο «μυθιστορηματικό» του έργο. Ο χαρακτηρισμός αυτός οφείλεται στο ότι πολλά από τα έργα του έχουν έναν διακριτικό κινηματογραφικό χαρακτήρα, κυρίως από την άποψη της δομής και της φόρμας, αλλά και ως προς την κινηματογραφική απεικόνιση της δράσης ορισμένων σκηνών, περιγραφές που θυμίζουν σκηνικές οδηγίες και διαλογικά μέρη με ατάκες που προσιδιάζουν σε σεναριακό λόγο. Αυτό το μυθιστόρημα, λοιπόν, διαθέτει τον πιο έντονα κινηματογραφικό χαρακτήρα. Η δομή του, που περιλαμβάνει, πέρα από πολλές μικρότερες ιστορίες ( ή «γειτονιές), και δύο βασικές και μεγαλύτερες σε έκταση εγκιβωτισμένες αφηγήσεις, οι οποίες «γλιστρούν πίσω στο χρόνο» – χωρίς, ωστόσο, να πρόκειται για παρελθοντικές αναδρομές, αλλά μάλλον για παράλληλες πραγματικότητες που διαδραματίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο με την κύρια αφήγηση εφόσον για τους δύο πρωταγωνιστές που νοητικά τις αφηγούνται μοιάζει να έχουν την ίδια αξία με την πραγματικότητα – παραπέμπει σε τεχνικές του σινεμά.
Όσον αφορά στο ύφος είναι ενδιαφέρον ότι επανέρχεται σε έναν λόγο που κατά ένα μέρος θυμίζει εκείνον στα Όνειρα από γυαλί, χωρίς, όμως, να φέρνει στο νου τόσο έντονα το παραμύθι, πιθανόν διότι μια τέτοια αφήγηση δύσκολα συνταιριάζεται με ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Πιθανότερο είναι αυτή η χωρίς προϊδεάσεις και προερμηνείες θέαση των πραγμάτων να αντιστοιχεί σε αυτή που ο συγγραφέας πιστεύει ότι θα έπρεπε να έχει ένα από τα κύρια πρόσωπα, αυτή που θα έπρεπε να έχει δηλαδή ένα δεκατριάχρονο αγόρι το οποίο τυχαίνει να είναι ιδιοφυΐα.
Μετάξι

Ήταν, άλλωστε, από τους ανθρώπους που αγαπούν να παρευρίσκονται στη ζωή τους, θεωρώντας ανάρμοστη οποιαδήποτε φιλοδοξία να την ζήσουν.
Θα έχετε παρατηρήσει πως αυτοί οι άνθρωποι παρατηρούν τη μοίρα τους με τον τρόπο που, οι περισσότεροι, συνηθίζουν να παρατηρούν μια βροχερή μέρα
Το μετάξι δεν αναφέρεται μόνο στο πολύτιμο υλικό που εμπορεύονται τα πρόσωπα της ιστορίας (γιατί διαδραματίζεται σε μια γαλλική σηροτροφική πόλη στα μέσα του 19ου αιώνα). Κατά κάποιον τρόπο προδίδει και την υφή που διατρέχει όλο το βιβλίο: λεπτό, σχεδόν διάφανο. Το Μετάξι είναι, εκτός από το έργο που καθιέρωσε τον Μπαρίκκο στα ιταλικά γράμματα και τον σύστησε στο παγκόσμιο κοινό, το πιο αφαιρετικό κείμενό του από την άποψη της φόρμας. Καταφέρνει και φτάνει μάλιστα σε τέτοιο επίπεδο αφαίρεσης ώστε γίνεται από την πρώτη ανάγνωση φανερό αυτό που με ποικίλους τρόπους επιμένει να επαναλαμβάνει σε όλα τα βιβλία του, ότι εκεί που δεν μπορεί να φτάσει η γλώσσα ίσως μπορεί η σιωπή, η σιωπή είναι ένας τρόπος αφήγησης χωρίς λέξεις.
Ξέρεις, δεν είναι το ίδιο πράγμα να ακούς κάποιον να μένει βουβός και να ακούς να σωπαίνει ένας μουγγός. Είναι μια σιωπή διαφορετική.
CITY
Έτσι κι εκεί που σταματάει η αφήγηση του βιβλίου δεν είναι το σημείο που σταματάει ο λόγος, αλλά το σημείο που η διήγηση δεν χρειάζεται πλέον άλλα λόγια. Η λιτότητα της γραφής και των μέσων του λόγου φτάνει σε ένα οριακό σημείο όπου κάνει την έκφραση πιο περιγραφική μέσω ακριβώς αυτής της αφαίρεσης, αφήνοντας τον μηχανισμό της φαντασίας να συνεχίσει εκεί που σταματάει η γλώσσα. Με αυτόν τον τρόπο ο λογοτεχνικός λόγος δίνει τα ηνία στη πρόσληψη.
Η αφήγηση της ιστορίας πλέκεται γύρω από ορισμένα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και ακολουθεί έναν ρυθμό επιτάχυνσης στα περιγραφικά μέρη (π.χ. η διήγηση του ταξιδιού από την μια μεριά του κόσμου στην άλλη) και επιβράδυνσης σε ορισμένα μικρότερα σημεία με αυξημένη σημασία. Η υπόθεση αφορά έναν άνθρωπο που ταξιδεύει ως την άκρη του κόσμου για να βρει αυγά μεταξοσκώληκα που δεν είναι μολυσμένα από την επιδημία που πλήττει την ευρωπαϊκή παραγωγή, ακόμη περισσότερο όμως αφορά έναν άνθρωπο που συμπυκνώνεται στην μεταφορά του παραπάνω χωρίου, που παρευρίσκεται απλώς στην ζωή του. Εξού και η προέλευση της σιωπής της αφήγησης.
Χωρίς αίμα

Όταν εκδόθηκε το Χωρίς αίμα, έγινε λόγος για επιστροφή του συγγραφέα στην στον δρόμο που είχε ακολουθήσει στο Μετάξι (μεταξύ των δύο είχε μεσολαβήσει το CITY). Πρόκειται για μια παρανόηση που οφείλεται στην συντομία της φόρμας του πρώτου. Ωστόσο, το Χωρίς αίμα είναι ένα διήγημα που διαδραματίζεται σε δύο κεντρικά περιστατικά χωρίς. Δεν σχετίζεται με την λιτότητα του λόγου που χαρακτηρίζει το Μετάξι, το οποίο αποτελεί μια μακροσκελή ιστορία (ως προς τον αντικειμενικό χρόνο) μινιμαλιστικά αφηγημένη και διαρθρωμένη.
Ένα διήγημα που ξεκινάει με μια βίαιη δολοφονία και τελειώνει με δυο ανθρώπους που κάνουν έρωτα και ταυτόχρονα η ιστορία δύο παιδιών που «γνωρίζονται» μέσα από ένα επεισόδιο αιματηρής φρίκης και ξανασυναντιόνται στα γεράματα σαν να περίμεναν όλη τους τη ζωή για να ανασυνθέσουν εκείνη την στιγμή. Ό,τι συνέβη στο ενδιάμεσο είναι μόνο αναμνήσεις χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Είναι μια ιστορία για έναν άντρα και μια γυναίκα όπου βρίσκονται αντιμέτωποι, αυτός προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις πράξεις της ζωής του και αυτή να κατανοήσει τις πράξεις που καθόρισαν την δική της.
Βαθειά ανθρωπιστικό – πράγμα που υπογραμμίζεται και από την σκόπιμη έλλειψη ιστορικότητας της δράσης, τοποθέτηση έξω από συγκεκριμένα χωροχρονικά πλαίσια –, χωρίς, ωστόσο, να αναλώνεται στην δημιουργία ή χρήση ξεπερασμένων συμβολισμών, αποτελεί μία σκέψη (ο όρος «κριτική» θα ήταν υπερβολικός εδώ ίσως) πάνω στον παραλογισμό της βίας, του πολέμου και της εκδίκησης που μπορεί να προκληθεί από ακραίες ιδεολογικές κόντρες, μια ιδέα που θα μπορούσε να είχε πιθανόν δοθεί και με τον τρόπο του Ταραντίνο αλλά όχι με την έκβαση που του δίνει ο Μπαρίκκο.
Τότε σκέφτηκε πως όσο ακατανόητη κι αν είναι η ζωή, πιθανότατα εμείς την διασχίζουμε με τη μόνη επιθυμία να ξαναγυρίσουμε στην κόλαση που μας γέννησε, και να ζήσουμε στο πλευρό αυτού που, κάποτε, μας γλύτωσε από εκείνη ακριβώς την κόλαση. Αποπειράθηκε ν’ αναρωτηθεί από πού πήγαζε εκείνη η παράλογη αφοσίωση στον τρόμο, αλλά ανακάλυψε πως δεν είχε απαντήσεις. Καταλάβαινε μόνο πως τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό από το ένστικτο να ξαναγυρίσουμε εκεί όπου μας έκαναν κομμάτια, και για χρόνια να ξαναζούμε εκείνη τη στιγμή. Μόνο με τη σκέψη πως αυτός που μας έσωσε κάποτε μπορεί πάντα να μας σώζει, τελικά. Σε μια ατελείωτη κόλαση ολόιδια μ’ αυτήν από την οποία προερχόμαστε. Ωστόσο απρόσμενα μεγάθυμη. Χωρίς αίμα.