Peter Nalitch – Balkan anonymous

“I’ve never been lonely, cause me so cool” τραγουδάει ο Πέτερ Νάλιτς και συνεχίζει I have never been clever, cause need it never”. Η λογοτεχνικότητα του στίχου είναι προφανής. Ένας ύμνος στην ναρκισιστική ηλιθιότητα με θαυμάσιες βαλκανικές μελωδίες Δεν είναι το νέο αστέρι της Columbia ούτε κάνει παγκόσμιες τουρνέ σαν τον Bregovic, είναι όμως ο μάγκας του youtube με κανα δύο εκατομμύρια views, σίγουρα πολύ πιο διάσημος στον υπόλοιπο κόσμο από τον Γιώργο «πανταχού παρών» Νταλάρα. Ακούστε το πλέον διάσημο “gitar με τους ξεκαρδιστικούς στίχους σε πρωτόγονα αγγλικά που θα σας κάνουν να ψάχνετε εναγωνίως τη διευθυνσή του για να του στείλετε ένα σιντάκι λινγκουαφόν. Μην ψάξετε στα virgin ή στα metropolis. Ο Πετερ Νάλιτς είναι ελευθέρας βοσκής και προσφέρεται τζάμπα στο youtube για τους ευδιάθετους και τους αμετροεπείς. Το εναλλακτικό σάουντρακ του καλοκαιριού για όλους τους «Ανώνυμους Βαλκανικούς».

Φιλιππικοί αντικαπνιστικοί ή η ενοχοποίηση της αυτοκτονίας

Μεθοδικά μας στερούν το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμά μας στην αυτοκαταστροφή. Αντιταχθείτε στις στρατιές των πληκτικών υγειινιστών. Μέχρι στιγμής έχουν αποδειχθεί νικηφόρες. Ας προτάξουμε τα στήθη, δεν θα περάσουν!

Mile Miliard

Έχει αποδειχθεί πλέον ότι το κάπνισμα είναι η βασικότερη αιτία των στατιστικών. Γεγονός που επιβεβαιώνεται άλλωστε και εμπειρικά από την διογκούμενη αντικαπνιστική υστερία, φαινόμενο αποκλειστικά χαρακτηριστικό του 21ου αιώνα. Πρόκειται για σημάδι ενός νεο-αυταρχικού καθεστώτος που προωθεί μια ιδιότυπη νέα αντίληψη του δημόσιου χώρου. Εντάξυ, τα μέτρα αναφορικά με την δημόσια υγεία παραδοσιακά εμπίπτουν στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής. Οι συγκεκριμένες όμως παρεμβάσεις των τελευταίων χρόνων γύρω απ’ το κάπνισμα εγείρουν ορισμένα ερωτήματα. Πρώτον, επανέρχεται ο πάγιος προβληματισμός γύρω από τα όρια και τις μεθόδους του κρατικού παρεμβατισμού. Δεύτερον, αναρωτιέται κανείς για την στοχοθέτηση τέτοιου είδους απαγορευτικών πολιτικών. Προσπαθούν, ίσως, να θεραπεύσουν προγραμματικά μια κοινωνία που “νοσεί”;

Δεν υπάρχει λόγος να επεκταθούμε εδώ στον αυταρχισμό και την αντιεπιστημονικότητα αυτών των πολιτικών. Ως προς την προστασία των μη καπνιστών, είναι, πιστεύω, πασιφανείς η ηλιθιότητα και η υποκρισία του επιχειρήματος, εφόσον αν ξεκινούσαμε να παραθέτουμε τους παθογενείς παράγοντες-προϊόντα της περίφημης ανάπτυξης (ειδικά ως προς την πιθανότητα πρόκλησης καρκίνου) - όπως διατροφή , ατμοσφαιρική ρύπανση, χωματερές, τρύπα του όζοντος, κεραίες κινητής τηλεφωνίας, στρες λόγω εντατικοποιημένων ρυθμών ζωής - τότε το παθητικό κάπνισμα θα βρισκόταν στους ουραγούς της λίστας.

Αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι η λογική που διαπερνά αυτήν την καινούρια αντίληψη. Η λογική που παραβλέπει το δικαίωμα των καπνιστών στην επιλογή του τρόπου ζωής τους. Και ας μην το ρίχνουμε όλο στην γνωστή ξενερουά βορειοευρωπαϊκή κουλτούρα, σε κρυόκωλους βερολινέζους, κρυφοstraight λονδρέζους και το σουηδικό μοντέλο, που σαμποτάρουν τα ελληνικά λεβέντικα ήθη. Ακόμα και η Κούβα - ναι η Κούβα - έχει απαγορεύσει το κάπνισμα σε εστιατόρια. Ιδού, λοιπόν ο “εργαλιακός ορθολογισμός”, η κατά τον Weber κυριαρχική αξία της δυτικής αστική κοινωνίας, στην πλήρη ακμή του: οι ανάγκες της παραγωγικότητας δεν αφήνουν περιθώρια επιλογής, η κοινωνία πρέπει να είναι “υγειής” για να παράγει.

Φανταστείτε τώρα το εξής παράδοξο: Μπαίνει ο Camus σ’ ένα μπαρ κρατώντας - τι άλλο - ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα και ο σερβιτόρος τον πληροφορεί πως μετά λύπης του δεν επιτρέπεται να το ανάψει εκεί. Για όποιον γνωρίζει την αδιάρρηκτη, μεταφυσική σχέση μεταξύ αλκοόλ και καπνού είναι φανερό, σε μια τέτοια στιγμή, το τι εννοούν οι χριστιανοί με την Αποκάλυψη. Ή τον ευδαιμονικό εκείνο μυστικισμό που σε κανένα ναρκωτικό δεν μπορεί να βρεθεί, παρά στην θρησκευτική διαύγεια της μοναδικής στιγμής του πρώτου πρωινού τσιγάρου, με μια κούπα καφέ το ξημέρωμα - πρωτογενής πρακτική του ανθρώπου από τότε που πωτοπροσπάθησε να πλησιάσει τον Θεό. Η ίδια η Πυθία έκανε γνωστό το χρησμό του καπνού. Για να μην μιλήσω φυσικά για την πιο εύγλωττη δικαίωση κάθε υλιστική θεωρίας, την μοναδική εκείνη σύσμειξη - αληθινό επίτευγμα της χημικής βιομηχανίας - πρωινού τσιγάρου και φραπέ και τα πληθωρικά της αποτελέσματα.

Ο υγειινισμός, λοιπον, ως αναδυόμενη σημασία της κοινωνίας. Προσκρόυει με εντυπωσιακή επιθετικότητα στον πυρήνα της έννοιας της ατομικής επιλογής. Η αυτοκτονία αποτελεί πλέον αδίκημα του ποινικού κώδικα επί ποινή προστίμου 3.000 €. Δεν εξοστρακίζεται το τσιγάρο μονάχα από μια σφαίρα της ζωής, την δημόσια. Ο δημόσιος χώρος είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος έκφρασης της κοινωνίας, είτε αυτό που εκφράζεται νοείται ως συλλογική αξία είτε ώς κυρίαρχη ιδεολογία. Μέτρα όπως η απαγόρευση του καπνίσματος από δημόσια πάρκα (Νέα Υόρκη, Σαν φρανσίσκο) και παραλίες (Χαβάη), τοποθεσίες κάθε άλλο παρά αποπνικτικές, προτάσουν χωρίς προσχήματα την αντίληψη για την περιθωριοποίηση των καπνιστών, ήτοι ανθρώπων οι οποίοι συνειδητά επιλέγουν μιά “υπόσχεση της διακινδύνευσης” (Gilman - Xun), επιλέγουν την απόλαυση του στιγμιαίου και του παροντικού εν μέσω των συνεπειών της, ουσιαστικά την πρωταρχική επίλογή του Εφήμερου που η εβραϊκή μυθολογία αναπαρέστησε με τον μύθο της επιλογής των πρωτόπλαστων. Το δημόσιο συμφέρον, που νομιμοποιεί την εφαρμογή κάθε απαγορευτικής πρακτικής, συνίσταται πλέον μονάχα από την γνωστή και μη εξαιρετέα έννοια της “ασφάλειας” - σε μια νέα της έκφραση εδώ - και απεμπολεί το συμφέρον που πηγάζει από την αίρεση, καταφέρεται δε, όχι πια με προειδοποιητικές ταμπελίτσες για όσους “πεθαίνουν πρόωρα” και κινδυνεύνουν να μείνουν ανίκανοι, αλλά με μένος παρόμοιο με της Σάρα Τζέσσικα Πάρκερ που της κλέβουν τις καινούριες Prada γόβες της εναντίον αυτών που την απαξιώνουν, έστω και για λίγη νικοτίνη, με όλα τα αναμφισβήτητα βλαβερά της παρεπόμενα.

Αν ζούσε ο Φρόιντ μάλλον θα είχε έντονα αισθήματα ενοχικότητας αφού δεν έσβησε την πίπα του, προτίμησε τον καρκίνο. Δεν ωθώ στον καρκίνο, προς Θεού (πλάκα κάνω), ούτε τον δικαιολογώ με παραδοξολογίες. Εκείνο το προτίμησε υπογραμμίζω.

Το κείμενο είναι εμπνευσμένο από παλαιότερο άρθρο της Κατερίνας Σχινά στην Ελευθεροτυπία.

Έρχονται δύσκολοι καιροί…

Όπως καταλαβαίνετε Ιούνης μήνας και η εξεταστική είναι προ των πυλών. Επειδή συνεχίζετε να μπαίνετε στον ιστότοπο μας παρ’όλο που η εποχή προτιμάται γενικώς για άλλες δραστηριότητες πέραν (πολύ πέραν) του web surfing και αφού σας προτρέψω να αποκτήσετε ζωή επιτέλους και να ενδώσετε στα ελαφρά αναγνώσματα της παραλίας (αφού ως γνωστόν τον Μπαλζάκ πολύ εμίσησαν τον Πάτερσον ουδείς), να σας ενημερώσω ότι τις ταραγμένες τούτες μέρες ο stavlos θα μελετά τον νομικόν ημών πολιτισμό και άλλα συναφή και ουδεμία σχέση θα έχει (ούτε θα ήθελε να έχει) με τις αναζητήσεις των απανταχού βιβλιόφιλων τις οποίες λούζεται και προσπαθεί να ικανοποιεί τον υπόλοιπο χρόνο. Αφού, λοιπόν, βυθιστούμε στα άδυτα του κοινοβουλευτικού δικαίου και κάνουμε σμπαράλια τον νέο εκλογικό νόμο, κατανοήσουμε τα δικονομικά προβλήματα και αναζητήσουμε την προβληματική των ευρωπαικών θεσμών θα επιστρέψουμε (με το καλό) στις συνήθεις αργόσχολες σοφίες μας, τον αλαζονικό ξερολισμό μας, τα πικρόχολα σχόλια και τα αφελή μας συμπεράσματα προς τέρψη των αναγνωστών και ημών των ιδίων (κυρίως).

Αυτά τα ολίγα και θεάρεστα περισσότερο για να δικαιολογήσουμε την πνευματική ένδεια που μας χαρακτηρίζει τελευταία (και ας μην γενικεύσουμε) και να υποσχεθούμε πολλά και διάφορα ανεφάρμοστα στο προσεχές μέλλον και αφού ξεπεραστούν οι σκόπελοι της πραγματικής ζωής (αφού ως γνωστόν the truth is out there). Αυτή η ιδιότυπη omerta εκ μέρους μας πρέπει μόνο να προσληφθεί ως αναγκαίο κακό, ενώ θα γίνουν προσπάθειες επικοινωνίας στο μεσοδιάστημα (φαντάζομαι). Τα λέμε σύντομα!!

Υ.Γ. Ναυτίλε η απαράδεκτη αγένεια μας έχει φτάσει σε σημείο προσβολής. Δεν έχουμε ακόμα ανταποκριθεί στο παιχνίδι που μας προσκάλεσες. Οι δυσκολίες είναι μονάχα αντικειμενικές.

Οι πολλαπλές φωνές ενός σύγχρονου παραμυθά. Μια ανασκόπηση στο έργο του Αλ. Μπαρίκκο (μέρος γ’)

CITY

Θα ήταν όλα πολύ πιο απλά αν δεν σου είχαν φυτέψει στο κεφάλι αυτή την ιστορία του να καταλήξεις κάπου, αν μονάχα σου είχαν διδάξει, μάλλον, να είσαι ευτυχισμένος παραμένοντας ακίνητος. Όλες αυτές οι ιστορίες για το δρόμο σου. Να βρεις το δρόμο σου. Να πάρεις το δρόμο σου. Αντίθετα, ίσως να ‘μαστε φτιαγμένοι για να ζούμε σε μια πλατεία, ή σ’ ένα δημόσιο κήπο, ακίνητοι εκεί, για να περνάει η ζωή, ίσως να ‘μαστε ένα σταυροδρόμι, ο κόσμος έχει ανάγκη να ‘μαστε ακίνητοι, θα ‘ταν καταστροφή αν τραβούσαμε, κάποια στιγμή, τον δρόμο μας, ποιο δρόμο;

Το πέμπτο μυθιστόρημα του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο είναι ένα «αστεακό» μυθιστόρημά, με την διττή έννοια ότι, αφενός, είναι το μοναδικό μυθιστόρημά του που διαδραματίζεται, μερικώς έστω, σε ένα σύγχρονο αστικό κέντρο και αφετέρου ότι είναι δομημένο κατά ένα πολεοδομικό πρότυπο. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας «οι ιστορίες είναι γειτονίες, τα πρόσωπα είναι δρόμοι».

Παραπάνω αναφέρεται ο Ωκεανός ως το πιο «μυθιστορηματικό» του έργο. Ο χαρακτηρισμός αυτός οφείλεται στο ότι πολλά από τα έργα του έχουν έναν διακριτικό κινηματογραφικό χαρακτήρα, κυρίως από την άποψη της δομής και της φόρμας, αλλά και ως προς την κινηματογραφική απεικόνιση της δράσης ορισμένων σκηνών, περιγραφές που θυμίζουν σκηνικές οδηγίες και διαλογικά μέρη με ατάκες που προσιδιάζουν σε σεναριακό λόγο. Αυτό το μυθιστόρημα, λοιπόν, διαθέτει τον πιο έντονα κινηματογραφικό χαρακτήρα. Η δομή του, που περιλαμβάνει, πέρα από πολλές μικρότερες ιστορίες ( ή «γειτονιές), και δύο βασικές και μεγαλύτερες σε έκταση εγκιβωτισμένες αφηγήσεις, οι οποίες «γλιστρούν πίσω στο χρόνο» – χωρίς, ωστόσο, να πρόκειται για παρελθοντικές αναδρομές, αλλά μάλλον για παράλληλες πραγματικότητες που διαδραματίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο με την κύρια αφήγηση εφόσον για τους δύο πρωταγωνιστές που νοητικά τις αφηγούνται μοιάζει να έχουν την ίδια αξία με την πραγματικότητα – παραπέμπει σε τεχνικές του σινεμά.

Όσον αφορά στο ύφος είναι ενδιαφέρον ότι επανέρχεται σε έναν λόγο που κατά ένα μέρος θυμίζει εκείνον στα Όνειρα από γυαλί, χωρίς, όμως, να φέρνει στο νου τόσο έντονα το παραμύθι, πιθανόν διότι μια τέτοια αφήγηση δύσκολα συνταιριάζεται με ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Πιθανότερο είναι αυτή η χωρίς προϊδεάσεις και προερμηνείες θέαση των πραγμάτων να αντιστοιχεί σε αυτή που ο συγγραφέας πιστεύει ότι θα έπρεπε να έχει ένα από τα κύρια πρόσωπα, αυτή που θα έπρεπε να έχει δηλαδή ένα δεκατριάχρονο αγόρι το οποίο τυχαίνει να είναι ιδιοφυΐα.

Μετάξι

Ήταν, άλλωστε, από τους ανθρώπους που αγαπούν να παρευρίσκονται στη ζωή τους, θεωρώντας ανάρμοστη οποιαδήποτε φιλοδοξία να την ζήσουν.

Θα έχετε παρατηρήσει πως αυτοί οι άνθρωποι παρατηρούν τη μοίρα τους με τον τρόπο που, οι περισσότεροι, συνηθίζουν να παρατηρούν μια βροχερή μέρα

Το μετάξι δεν αναφέρεται μόνο στο πολύτιμο υλικό που εμπορεύονται τα πρόσωπα της ιστορίας (γιατί διαδραματίζεται σε μια γαλλική σηροτροφική πόλη στα μέσα του 19ου αιώνα). Κατά κάποιον τρόπο προδίδει και την υφή που διατρέχει όλο το βιβλίο: λεπτό, σχεδόν διάφανο. Το Μετάξι είναι, εκτός από το έργο που καθιέρωσε τον Μπαρίκκο στα ιταλικά γράμματα και τον σύστησε στο παγκόσμιο κοινό, το πιο αφαιρετικό κείμενό του από την άποψη της φόρμας. Καταφέρνει και φτάνει μάλιστα σε τέτοιο επίπεδο αφαίρεσης ώστε γίνεται από την πρώτη ανάγνωση φανερό αυτό που με ποικίλους τρόπους επιμένει να επαναλαμβάνει σε όλα τα βιβλία του, ότι εκεί που δεν μπορεί να φτάσει η γλώσσα ίσως μπορεί η σιωπή, η σιωπή είναι ένας τρόπος αφήγησης χωρίς λέξεις.

Ξέρεις, δεν είναι το ίδιο πράγμα να ακούς κάποιον να μένει βουβός και να ακούς να σωπαίνει ένας μουγγός. Είναι μια σιωπή διαφορετική.

CITY

Έτσι κι εκεί που σταματάει η αφήγηση του βιβλίου δεν είναι το σημείο που σταματάει ο λόγος, αλλά το σημείο που η διήγηση δεν χρειάζεται πλέον άλλα λόγια. Η λιτότητα της γραφής και των μέσων του λόγου φτάνει σε ένα οριακό σημείο όπου κάνει την έκφραση πιο περιγραφική μέσω ακριβώς αυτής της αφαίρεσης, αφήνοντας τον μηχανισμό της φαντασίας να συνεχίσει εκεί που σταματάει η γλώσσα. Με αυτόν τον τρόπο ο λογοτεχνικός λόγος δίνει τα ηνία στη πρόσληψη.

Η αφήγηση της ιστορίας πλέκεται γύρω από ορισμένα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και ακολουθεί έναν ρυθμό επιτάχυνσης στα περιγραφικά μέρη (π.χ. η διήγηση του ταξιδιού από την μια μεριά του κόσμου στην άλλη) και επιβράδυνσης σε ορισμένα μικρότερα σημεία με αυξημένη σημασία. Η υπόθεση αφορά έναν άνθρωπο που ταξιδεύει ως την άκρη του κόσμου για να βρει αυγά μεταξοσκώληκα που δεν είναι μολυσμένα από την επιδημία που πλήττει την ευρωπαϊκή παραγωγή, ακόμη περισσότερο όμως αφορά έναν άνθρωπο που συμπυκνώνεται στην μεταφορά του παραπάνω χωρίου, που παρευρίσκεται απλώς στην ζωή του. Εξού και η προέλευση της σιωπής της αφήγησης.

Χωρίς αίμα

Όταν εκδόθηκε το Χωρίς αίμα, έγινε λόγος για επιστροφή του συγγραφέα στην στον δρόμο που είχε ακολουθήσει στο Μετάξι (μεταξύ των δύο είχε μεσολαβήσει το CITY). Πρόκειται για μια παρανόηση που οφείλεται στην συντομία της φόρμας του πρώτου. Ωστόσο, το Χωρίς αίμα είναι ένα διήγημα που διαδραματίζεται σε δύο κεντρικά περιστατικά χωρίς. Δεν σχετίζεται με την λιτότητα του λόγου που χαρακτηρίζει το Μετάξι, το οποίο αποτελεί μια μακροσκελή ιστορία (ως προς τον αντικειμενικό χρόνο) μινιμαλιστικά αφηγημένη και διαρθρωμένη.

Ένα διήγημα που ξεκινάει με μια βίαιη δολοφονία και τελειώνει με δυο ανθρώπους που κάνουν έρωτα και ταυτόχρονα η ιστορία δύο παιδιών που «γνωρίζονται» μέσα από ένα επεισόδιο αιματηρής φρίκης και ξανασυναντιόνται στα γεράματα σαν να περίμεναν όλη τους τη ζωή για να ανασυνθέσουν εκείνη την στιγμή. Ό,τι συνέβη στο ενδιάμεσο είναι μόνο αναμνήσεις χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Είναι μια ιστορία για έναν άντρα και μια γυναίκα όπου βρίσκονται αντιμέτωποι, αυτός προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις πράξεις της ζωής του και αυτή να κατανοήσει τις πράξεις που καθόρισαν την δική της.

Βαθειά ανθρωπιστικό – πράγμα που υπογραμμίζεται και από την σκόπιμη έλλειψη ιστορικότητας της δράσης, τοποθέτηση έξω από συγκεκριμένα χωροχρονικά πλαίσια –, χωρίς, ωστόσο, να αναλώνεται στην δημιουργία ή χρήση ξεπερασμένων συμβολισμών, αποτελεί μία σκέψη (ο όρος «κριτική» θα ήταν υπερβολικός εδώ ίσως) πάνω στον παραλογισμό της βίας, του πολέμου και της εκδίκησης που μπορεί να προκληθεί από ακραίες ιδεολογικές κόντρες, μια ιδέα που θα μπορούσε να είχε πιθανόν δοθεί και με τον τρόπο του Ταραντίνο αλλά όχι με την έκβαση που του δίνει ο Μπαρίκκο.

Τότε σκέφτηκε πως όσο ακατανόητη κι αν είναι η ζωή, πιθανότατα εμείς την διασχίζουμε με τη μόνη επιθυμία να ξαναγυρίσουμε στην κόλαση που μας γέννησε, και να ζήσουμε στο πλευρό αυτού που, κάποτε, μας γλύτωσε από εκείνη ακριβώς την κόλαση. Αποπειράθηκε ν’ αναρωτηθεί από πού πήγαζε εκείνη η παράλογη αφοσίωση στον τρόμο, αλλά ανακάλυψε πως δεν είχε απαντήσεις. Καταλάβαινε μόνο πως τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό από το ένστικτο να ξαναγυρίσουμε εκεί όπου μας έκαναν κομμάτια, και για χρόνια να ξαναζούμε εκείνη τη στιγμή. Μόνο με τη σκέψη πως αυτός που μας έσωσε κάποτε μπορεί πάντα να μας σώζει, τελικά. Σε μια ατελείωτη κόλαση ολόιδια μ’ αυτήν από την οποία προερχόμαστε. Ωστόσο απρόσμενα μεγάθυμη. Χωρίς αίμα.